1.
Στην Ελλάδα έχουν γίνει πολλές απεργίες πείνας και νεκρός απεργός πείνας δεν έχει υπάρξει έως τώρα. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στα μεταπολιτευτικά χρόνια που αυτή η πρακτική χρησιμοποιήθηκε από το ριζοσπαστικό κίνημα, κάπου στο τέλος, είτε το κράτος έκανε κάποιον ελιγμό, είτε πολύ πιο σπάνια, ο απεργός σταματούσε.

Νεκροί απεργοί πείνας όμως έχουν υπάρξει στο εξωτερικό με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις την Βόρειο Ιρλανδία και την Τουρκία.

Οι Ιρλανδοί κρατούμενοι του IRA, στα μέσα του 1981 κορυφώνουν τις κινητοποιήσεις τους, διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης στην φυλακή με μια μαζική απεργία πείνας. Απέναντί τους η αποικιακή κληρονομιά καταστολής της Βρετανικής αυτοκρατορίας που διοικούνταν από την σκύλα του φιλελευθερισμού Μάργκαρετ Θάτσερ. Δέκα μαχητές, ηλικίας 23-29 ετών, με πρώτο τον Μπόμπι Σαντς θα πεθάνουν.

Το Τουρκικό κομμουνιστικό κίνημα από την άλλη, μετά την ήττα στον άτυπο εμφύλιο της δεκαετίας του 1970 – 1980 και το αιματηρό κύμα καταστολής από την χούντα του Εβρεν, χρησιμοποίησε μαζικά τις απεργίες πείνας. Και σαν εργαλείο διεκδίκησης και σαν τη μόνη διέξοδο να σπάσει τις συνθήκες πολιτικής φίμωσης. Δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες επαναστάτες/τριες έχουν θυσιάσει την ζωή τους με αυτόν τον τρόπο στις Τουρκικές φυλακές με τελευταία παραδείγματα τα μέλη του συγκροτήματος Group yorum, μόλις πέρσι.

Μπορεί να μην έχουμε νεκρούς στην Ελλάδα, αλλά πολλοί απεργοί έφτασαν στο όριό του θανάτου και κατέληξαν με μικρότερες ή μεγαλύτερες μόνιμες ζημιές στην υγεία τους.

Και είναι λογικό.

Οι απεργίες πείνας, όπως έχει καθιερωθεί να γίνονται εδώ, είναι υποχρεωμένες να είναι «σύντομες», αληθινές και σκληρές. Κάτι που προσπαθεί να αποσιωπήσει η καθεστωτική προπαγάνδα, σε κάθε απεργία πείνας, είναι πως ο απεργός είναι κρατούμενος 24/7 σε πλήρη επιτήρηση. Η πορεία της υγείας του, και άρα η ειλικρίνεια των ισχυρισμών του,  είναι κάθε στιγμή σε γνώση των πολιτικών και δικαστικών αρχών με κάθε λεπτομέρεια, πολύ πριν τις ανακοινώσεις των συνηγόρων του. Αν κοροϊδεύεις, το κράτος θα σε αφήσει να «ξεφτιλιστείς».

Υπάρχει μεγάλη εμπειρία τόσο στο ριζοσπαστικό κίνημα όσο και στο κράτος από την μηχανική αυτής της μορφής αγώνα. Στον πυρήνα της είναι πάντα το γεγονός ότι ο απεργός υποβάλει τον εαυτό του σε πολλαπλάσιο κίνδυνο και ταλαιπωρία από αυτή που οι αρχές του έχουν επιβάλει για να κερδίσει κάτι που πάντα, αν κανείς μιλήσει με αποκλειστικά υλικούς όρους, δείχνει ασήμαντο. Τι μπορεί να συγκριθεί με τον κίνδυνο θανάτου ή  την μεγάλη πιθανότητα αναπηρίας; Σίγουρα όχι μια μεταγωγή σε άλλη φυλακή. Σίγουρα όχι να μην κάνουν αγγαρείες οι κρατούμενοι και να επιτρέπονται δέματα στις φυλακές του Λονγκ Κες όπως ζητούσε ο Μπόμπι Σαντς.

Αυτό που μέχρι τώρα γίνονταν στις απεργίες που «δικαιώθηκαν» ήταν ότι η εξουσία έκανε την «στροφή» στο σημείο που έκρινε ότι η αποφασιστικότητα του απεργού δεν κάμπτεται. Το να ξεπεραστεί το όριο του άμεσου κινδύνου θανάτου ήταν το «καμπανάκι».

Μόλις αυτό χτυπούσε, το κράτος, αφού είχε επιβάλει στον απεργό δεκάδες μέρες εξέχουσας τιμωρίας διατηρώντας παράλληλα τα χέρια του «καθαρά του αίματος», τελικά έκανε το βήμα πίσω και με κάποιον αμφίσημο ελιγμό, έλυνε τον γόρδιο δεσμό.

Ένα καλό deal για το κράτος, αλλά έχοντας γνώση της αδίστακτης και λαίμαργης φύσης της πολιτικά θεσμισμένης εξουσίας, το ερώτημα συνεχίζει να αιωρείται, «μα γιατί δεν τους αφήνουν να πεθάνουν»; Γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε νεκρό απεργό πείνας; Γιατί να μην κάνει και ο Μητσοτάκης ότι και η Θάτσερ ή ο Ερντογάν;

 

2.

Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να δούμε τις συνθήκες του κοινωνικού πολέμου εκεί που επιλέχθηκε ο θάνατος απεργών πείνας.

Στην Βόρεια Ιρλανδία ο αγώνας του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού, στο όνομα της καθολικής μειοψηφίας, στόχευε στην απόσχιση της περιοχής από το Βρετανικό κράτος και την ένωση της με την γειτονική Ιρλανδία. Αν αφήσουμε στην άκρη το ιδιαίτερο προοδευτικό πολιτικό περιεχόμενο του IRA, έχουμε να κάνουμε με εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα όπου μια μειονότητα  ζητάει εδαφική απόσχιση και ένωση με το γειτονικό κράτος. Η Βρετανία κατηγορεί τον IRA για 3500 δολοφονίες, όπως τις αποκαλεί. Η απεργία πείνας του 81 ήταν η συμβολική προβολή μιας πολεμικής αναμέτρησης. Η στάση της Θάτσερ (που από τύχη δεν εξαερώθηκε σε παλαιότερη βομβιστική επίθεση του IRA) εκδηλώθηκε σε αυτό το περιβάλλον ρήξης.

Αντίστοιχα στην Τουρκία, το κομμουνιστικό κίνημα, που αρίθμησε εκατοντάδες χιλιάδες μέλη, βρέθηκε σε έναν εμφύλιο με δεκάδες νεκρούς καθημερινά και αντιμετώπισε ένα βάρβαρο πραξικόπημα. Όπως και το Κουρδικό κίνημα, βρίσκεται ακόμα σε ένοπλη αντιπαράθεση με όρους που καμία σχέση δεν έχουν ποσοτικά και ποιοτικά με το επίπεδο του κοινωνικού πολέμου στην σημερινή Ελλάδα, ή στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Ε.Ο. 17 Νοέμβρη.

Ή για να το πούμε αλλιώς, τα κράτη που μέχρι τώρα σκοτώνουν απεργούς πείνας έχουν πολύ ισχυρότερα συμφέροντα να το κάνουν από ότι το Ελληνικό. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αν η ίδια η απεργία κοστίζει τα πάντα στον απεργό, το μετά θάνατον κόστος είναι μια λευκή επιταγή που άλλοι θα συμπληρώσουν το νούμερο αλλά το κράτος θα την εξοφλήσει.

Ο θάνατος των δέκα Ιρλανδών απεργών πείνας έφερε τόσο την παγκόσμια αναγνώριση του Βορειοϊρλανδικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα όσο και τον εκθετικό πολλαπλασιασμό περιστατικών  ένοπλης αντιπαράθεσης. Ενώ είναι στα όρια της θείας δίκης το γεγονός ότι τόσοι Τούρκοι καραβανάδες βρέθηκαν στην θέση των κομμουνιστών που βασάνιζαν δεκαετίες, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Ερντογάν, πληρώνοντας τα πολιτικά ήθη βαρβαρότητας που χρησιμοποίησαν.

Η ιστορία απέδειξε πως η Θάτσερ δεν μέτρησε καλά την συνέχεια όταν στην βουλή των κοινοτήτων είπε το “Mr. Sands was a convicted criminal. He chose to take his own life. It was a choice that his organisation did not allow to many of its victims” (Ο κύριος Σάντς ήταν καταδικασμένος εγκληματίας. Επέλεξε μόνος του να αφαιρέσει την ζωή του. Μια επιλογή που η οργάνωσή του δεν έδωσε σε πολλά απο τα θύματά της).

Είναι βέβαιο ότι η η δεξιά κυβέρνηση υπολογίζει ακόμα πιο λάθος όταν τα κομματικά της φερέφωνα προσπαθούν να παπαγαλίσουν την Θάτσερ στην περίπτωση του Δ. Κουφοντίνα.

 

3.

Η μέχρι τώρα στάση της κυβέρνησης, από την έναρξη της απεργίας προσπαθεί να περάσει την εικόνα μιας παγερής αδιαφορίας που προοιωνίζει θάνατο. Η μονότονη επανάληψη της ίδιας ψεύδους αφήγησης ότι δήθεν ο απεργός ζητάει κάτι που δεν δικαιούται νομικά, δεν μπορεί να κρύψει την διάχυτη χαιρεκακία: «Θα τον ξεπαστρέψουμε χωρίς να κουνήσουμε δάχτυλο».

Η όλη εξέλιξη αυτής της υπόθεσης αφήνει βάσιμες υπόνοιες ότι δεν πρόκειται για έναν ορθολογικό κρατικό σχεδιασμό αλλά περισσότερο για την συνέχιση της  βαριάς επικοινωνιακής επένδυσης στο «νόμος και τάξη» από την Νέα Δημοκρατία μαζί με την προνεωτερικού τύπου, φυλετική βεντέτα μιας κοτζαμπάσικης οικογένειας, παλαιού μέλους των κρατικών ελίτ, που νοιώθει την «υποχρέωση» να πάρει το αίμα της πίσω. Με τις ευλογίες βέβαια της πρεσβείας που ποτέ δεν θα πει όχι σε χειρότερη μεταχείριση όσων χτύπησαν δικούς της.

Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά, χρόνια τώρα, το κυνήγι στον Δ. Κουφοντίνα. Κυνήγι να του κοπούν οι άδειες που κάθε αντίστοιχος κρατούμενος στη θέση του δικαιούται, κυνήγι να ψηφίζουν νέο νόμο αποκλειστικά για να τον διώξουν από τις αγροτικές φυλακές, κυνήγι σε δελτία ειδήσεων και δηλώσεις πολιτικών, κυνήγι στους δικηγόρους του, σε όσους/ες στέκονται αλληλέγγυοι.

Δεν μπορεί να δικαιολογηθεί αλλιώς ούτε η εκστρατεία ψευδών και συκοφάντησης, όπως ότι δήθεν ο Δ. Κουφοντίνας πήγε σε αγροτική φυλακή λόγω κάποιου ευνοϊκού νόμου του Σύριζα, ούτε τέλος, το γεγονός που ξεχείλισε το ποτήρι για τον απεργό. Η άρνηση μεταγωγής του, όπως λέει ο νόμος, στις φυλακές Κορυδαλλού. Είναι τραγική ειρωνεία ότι ο απεργός πείνας ζητάει την εφαρμογή του νόμου, να γυρίσει δηλαδή στην πτέρυγα που φτιάχτηκε πριν δεκαετίες για να τον στεγάζει κατά τη διάρκεια της καταδίκης του. Το κράτος από την άλλη επιλέγει να παρανομεί και να μην γυρίζει τον απεργό στην ειρκτή που το ίδιο, με τον ίδιο υπουργό δημόσιας τάξης (ΠΡΟ.ΠΟ.) Μιχάλη Χρυσοχοίδη, έχτισε (εν μέσω γενικευμένων αντιδράσεων) για να τον φυλακίσει. Αρκεί κανείς να διαβάσει τις ανόητες δικαιολογίες της Κας Νικολάου στο γιατί έπρεπε να παραβιαστεί τελικά ο ισχύων νόμος και να σταλεί ο κρατούμενος στις φυλακές Δομοκού και θα καταλάβει πως πίσω από όλο αυτό το σκηνικό υπάρχει περισσότερο «επικοινωνία με ακροδεξιά κοινά» και ιδιοτελές  οικογενειακό κύρος παρά μακροπρόθεσμα καθεστωτικά πλάνα.

Κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλει ότι στις μέρες που ζούμε κράτος και κεφάλαιο επιδιώκουν διακαώς να «σφίξουν τα λουριά» στην κοινωνική βάση. Η αστυνομία εξοπλίζεται και μαζικοποιείται διαρκώς σαν στρατός στις παραμονές πολέμου, ενώ η νομική εργαλειοθήκη του κράτους αποκτά νέα μέσα που φτάνουν μέχρι τον έλεγχο της δημόσιας αντίδρασης ή την τεχνογνωσία της καραντίνας και της απαγόρευσης κυκλοφορίας. Επίσης είναι φανερό πως μέσα στο κρατικό πεδίο ανταγωνισμών υπάρχουν πολιτικοοικονομικές δυνάμεις που επενδύουν σε έναν σταδιακό εκφασισμό τόσο για ιδεολογικούς λόγους όσο και ως αποτέλεσμα των εκτιμήσεών τους για την εξέλιξη της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης και των πιθανών κοινωνικών αντιδράσεων. Όλα αυτά όμως δεν επαρκούν για να εξηγήσουν το ρίσκο που θα σημάνει ο θάνατος του συγκεκριμένου κρατούμενου, την συγκεκριμένη στιγμή, με τον συγκεκριμένο τρόπο, για το συγκεκριμένο αίτημα.

4.

Το τι θα γίνει την επαύριον του θανάτου ενός απεργού πείνας δεν είναι κάποιο μυστήριο. Ο εθελούσιος θάνατος του επαναστάτη, ακόμα και ως αποδεκτή πιθανότητα σε μια επιθετική επιλογή δράσης, ασκεί μια βαθιά επιρροή στα κινήματα, μαζί με τους ευρύτερους κύκλους τους, από τα οποία προέρχεται ο «μάρτυρας» (για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία των Τούρκων συντρόφων). Στην Ελλάδα μεταπολιτευτικά έχουμε τις περιπτώσεις του Κασίμη, του Πρέκα, του Τσουτσουβή, του Μαρίνου, του Φούντα. Αγωνιστές που αποδέχθηκαν τον κίνδυνο και κάποιοι από αυτούς έπεσαν με το όπλο στο χέρι ανταποδίδοντας τα πυρά. Το ποιες εξελίξεις δρομολόγησαν αυτά τα περιστατικά, και μέσα στα κινήματα και κοινωνικά, είναι εύκολο κανείς να το αναζητήσει, να το βρει και να το αξιολογήσει.

Η περίπτωση όμως Κουφοντίνα είναι διαφορετική και πολύ πιο ακραία. Δεν υπάρχει όπλο στο χέρι κανενός και το συγκεκριμένο αίτημά του δεν βγαίνει καν από τα όρια της νομιμότητας. Είναι έρμαιο του κράτους και ως μοναδική διέξοδο καταλήγει στον συγκεκριμένο τρόπο αντίδρασης, την δυνατότητα του να κάνει κακό στον εαυτό του. Μια δυνατότητα που η κρατική βεντέτα επιχειρεί να του στερήσει απαιτώντας θρασύτατα από το ιατρικό προσωπικό να αναλάβει το έργο μιας διεθνώς αναγνωρισμένης πρακτικής βασανισμού, της υποχρεωτικής σίτισης. Η συμβολική επιρροή ενός τέτοιου τέλους ξεπερνάει κατά πολύ τα ριζοσπαστικά κινήματα. Έχει όλες τις προδιαγραφές για να ριζώσει στην κοινωνική βάση…

Αν το κράτος οδηγήσει τελικά τον απεργό στον θάνατο το κίνημα θα απαντήσει και το πώς θα το κάνει δεν είναι δύσκολο να προβλεφθεί.

Οι δυνάμεις του ευρύτερου ριζοσπαστικού κινήματος είναι γνωστές. Η συνειδητοποίηση της σημασίας ενός τέτοιου γεγονότος θα κινητοποιήσει και τις πλευρές που είναι εχθρικές προς αυτές τις μορφές πάλης και ως τώρα κρατούσαν αποστάσεις. Και το κάθε κομμάτι θα κάνει ότι μπορεί στο φάσμα των μέσων και των μεθόδων του. Με δεδομένες τις συνθήκες καραντίνας, φόβου και συστολής που λογικά προκαλεί στις μάζες μια πανδημία, η αθροιστική απάντηση θα είναι ισχυρή αλλά δεν θα γίνει Μπελφαστ του 1981.

Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την αιώνια, από τη μεριά των ανθρώπων του κράτους, υποτίμηση των δυνατοτήτων του κινήματος μπορεί να τους οδηγήσει σε αυταπάτες. Ότι θα μπορέσουν για παράδειγμα να εγγράψουν στην σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας τον θάνατο ενός απεργού πείνας σαν να μην τρέχει τίποτα. Ότι θα ανεβάσουν το πήχη της θεσμισμένης βίας χωρίς συνέπειες. Γιατί η συγκεκριμένη στιγμή, μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολη για κάθε κοινωνικό αγώνα αλλά είναι περίοδος επώασης…

Οι αυταπάτες που φαίνεται να έχει το κράτος φτάνουν στα όρια της ύβρεως. Αναμενόμενη κατάσταση για μικρόνοα, φιλόδοξα και εμπαθή άτομα των κρατικών ελίτ, ακατανόητη αν περιμένει κανείς ορθολογισμό από τη μεριά του συστήματος.

Ο Κουφοντίνας ξεκίνησε μια απεργία γνωρίζοντας πολύ καλά και τον συσχετισμό δύναμης και τις ιδιαίτερες κοινωνικές και κινηματικές συνθήκες. Η άλλη πλευρά ούτε πανδημίες υπολόγισε, ούτε ηθικούς κώδικες διαθέτει. Θα χρησιμοποιήσει κάθε ευκαιρία, όπως και το έκανε νομοθετώντας όλα αυτά που δεν θα τολμούσε στην παλιά κανονικότητα. Έφτασε να νομοθετήσει ειδικά και μόνο για ένα άτομο. Η απεργία πείνας και το αίτημα για μεταγωγή στον Κορυδαλλό είναι ένα τελικό «ως εδώ» ενός επί 19 χρόνια φυλακισμένου στην συστηματική εκδικητικότητα του συστήματος.

Η απάντηση όμως στο θάνατο ενός απεργού πείνας δεν είναι μόνο αυτή που θα κάνει τη «φασαρία» στο δημόσιο πεδίο. Είναι και η άλλη, αυτή που φυτρώνει, και μετά από καιρό στη θέση του σπόρου είναι μια μεγάλη βελανιδιά. Το σύνθημα «το δέντρο της ελευθερίας πρέπει μια στο τόσο να ποτίζεται με αίμα…» είναι σύνθημα της αστικής τάξης και αυτή ξέρει πολύ καλά τη δύναμή του.

Από αναρχική σκοπιά το μαρτυρολόγιο δεν ήταν και δεν είναι ποτέ στα προτιμώμενα μονοπάτια.

Τους συντρόφους μας, όλους όσους αγωνίζονται, όλους όσους πληρώνουν για τους αγώνες τους θέλουμε ζωντανούς, μάχιμους, ελεύθερους.

Γιαυτό και σε αυτή την απεργία πείνας, όπως και σε όλες τις άλλες, είμαστε μπροστά, όπως μπροστά θα είμαστε και στην ανακούφιση μιας «νίκης».

Αν όμως η άλλη πλευρά ασκήσει την δύναμη της και οδηγήσει στον θάνατο, ο θάνατος αυτός δεν θα πάει στράφι. Δεν επιτρέπεται να συμβεί και δεν θα συμβεί.

Υπάρχουν όλες οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες ώστε ένα τέτοιο έγκλημα να γίνει «βόμβα» στα μούτρα του κράτους που μάλιστα θα έχει πυροδοτήσει το ίδιο, και η ιστορία να το καταγράψει ως την τελευταία και πιο αποτελεσματική επίθεση της ιστορικής 17 Νοέμβρη ...

πηγη: https://www.alerta.gr/archives/14435