του Νίκου Μπογιόπουλου
Παρατήρηση 2η: Η σαπίλα που κυριάρχησε στον τόπο τα προηγούμενα 40 χρόνια είναι πανθομολογούμενη. Ο ΣΥΡΙΖΑ σερφάρει ακριβώς στην σαπίλα των προηγούμενων για να εμφανίσει τις δικές του διευθετήσεις σαν «ρήξη» με το παρελθόν. Όμως άλλο ρήξη που σημαίνει ανατροπή της σαπίλας και άλλο διευθέτηση της σαπίλας που σημαίνει αναπαραγωγή της. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αφαιρεί τον άρτο όπως ακριβώς οι προηγούμενοι, γι’ αυτό το έχει ρίξει στα «θεάματα». Την ώρα που εφαρμόζει Μνημόνια και κόφτες, την ώρα που ξεπουλάει από λιμάνια μέχρι αεροδρόμια κι από Ελληνικό μέχρι ΟΣΕ, μη έχοντας τι άλλο να κάνει, όταν δεν πουλάει τρέλα πουλάει «κάθαρση», απλή (δήθεν) αναλογική, συνταγματική αναθεώρηση κοκ. Φυσικά στο τέλος του μήνα τον ΕΝΦΙΑ του φτωχού δεν θα τον πληρώσει ούτε ο παλιός, ούτε ο νέος καναλάρχης. Εκτός αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει μια κάποια «αριστερή»… πρόοδος εκ του γεγονότος ότι τις αξιολογήσεις του μισθού, της σύνταξης και της ζωής του ο λαός δεν θα τις μαθαίνει πλέον από τα μαρκούτσια του Μπόμπολα, αλλά από τα μαρκούτσια του Καλογρίτσα ή του Μαρινάκη.
Παρατήρηση 3η: Κι αυτοί που εξυμνούν τον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες ως «τέλος της διαπλοκής» και οι προηγούμενοι χαλίφηδες που τον καταγγέλλουν ως «αντικατάσταση της παλιάς με τη νέα διαπλοκή», ομονοούν σε ένα: Υπήρχε διαπλοκή! Ωραία (τρόπος του λέγειν): Μπορούν οι πρώτοι να μας πουν: Ποιοι από τους διαπλεκόμενους καναλάρχες αποκλείστηκαν από τη νέα διαδικασία εξ αυτού – όπως θα έπρεπε – και μόνο του λόγου, ότι δηλαδή ήταν διαπλεκόμενοι; Απάντηση: Κανένας! Τι είδους αντιδιαπλοκή είναι αυτή, λοιπόν, που οικοδομείται με τα υλικά της προηγούμενης διαπλοκής; Που θεωρεί «παραγραμμένο» το αδίκημα όλων των πλευρών του διαπλεκόμενου τριγώνου (μιντιάρχες, τραπεζίτες, πολιτικό σύστημα) και εισηγείται την τάχα μου ευταξία του «πάμε γι’ άλλα»; Μπορούν, με τη σειρά τους, οι δεύτεροι να μας πουν: Αυτοί γιατί σκούζουν την ίδια ώρα που ομολογούν την «παλιά» – όπως οι ίδιοι την αποκαλούν – διαπλοκή και της οποίας οι ίδιοι αποτελούσαν μέρος του αμαρτωλού τριγώνου; Απάντηση: Διότι – όπως λένε στο χωριό μου – ο γάτος και γαμεί και σκούζει… Αλλά η τακτική αυτή από τον γάτο αντέχεται. Από τις «ακρίδες» που έχουν καταρημάξει τον τόπο, όχι.
Παρατήρηση 4η: Πριν από 80 χρόνια μια εκπομπή του Ορσον Ουέλς από τα ερτζιανά ήταν αρκετή να δημιουργήσει πανδαιμόνιο στην Αμερική. Χιλιάδες Αμερικανοί έτρεχαν πανικόβλητοι να σωθούν, καθώς είχαν πιστέψει ότι άρχισε η επίθεση …των εξωγήινων.
Από την εποχή του ραδιοφώνου ακόμα, ένας Αυστριακός εθιμογράφος, έλεγε: «Δώστε μας τους ραδιοφωνικούς σταθμούς του κόσμου και 100 ανθρώπους ικανούς στην προπαγάνδα και μέσα σε 2 μήνες θα έχουμε κάνει την Ελβετία κομμουνιστική και τους κατοίκους της Ονδούρας να βάφουν τα μαλλιά τους πράσινα».
Συνεπώς: Η δύναμη, η επιρροή και η επίδραση των ηλεκτρονικών μέσων είναι τόσο μεγάλη που οι κάτοχοι της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας δεν είναι φυσικά ανόητοι ώστε να αφήσουν αυτή τη δύναμη, αυτό το «όπλο», να περάσει στα χέρια εκείνων που θα ‘θελαν να δουν την Ελβετία κομμουνιστική…
Παρατήρηση 5η: Η δύναμη των ηλεκτρονικών ΜΜΕ είναι θηριώδης. Παράδειγμα: Ένας Πρόεδρος που το 2000 ήρθε δεύτερος και κέρδισε «πραξικοπηματικά» τις εκλογές στις ΗΠΑ, ο Μπους, κατάφερε στις εκλογές του 2004, και με τη βοήθεια των ΜΜΕ, να υπερκεράσει τον αντίπαλό του κατά 3 εκατ. ψήφους και να επανεκλεγεί.
Ωστόσο, την ίδια ώρα, στη Βενεζουέλα, παρότι όλα σχεδόν τα ΜΜΕ ήταν εναντίον του, ο Τσάβες κατάφερε να επικρατήσει σε 10 εκλογικές αναμετρήσεις.
Πρέπει, συνεπώς, να τονιστεί με έμφαση: Όσο μεγάλη κι αν είναι η επιρροή και η δύναμη των ΜΜΕ και του Τύπου να κατευθύνουν, να προπαγανδίζουν, να τρομοκρατούν, ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για μια δύναμη σχετική, μια δύναμη που έχει όρια, μια δύναμη πολλές φορές κτηνώδης που, όμως, δεν είναι ανυπέρβλητη.
Παράδειγμα: Στην Ελλάδα, όσο κι αν ακούμε ότι εκδοτικά συγκροτήματα «ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις», αλλά τόσο ισχύει πως δεν καθόρισε τη στάση του ελληνικού λαού η τακτική «οι Γερμανοί είναι φίλοι μας» που επέδειξε ο καθεστωτικός Τύπος στην Κατοχή. Ούτε τα ΜΜΕ κατάφεραν να επιβάλλουν την δική τους θέση στο δημοψήφισμα του 2015.
Επαναλαμβάνουμε, λοιπόν: Η δύναμη των ΜΜΕ είναι τεράστια. Αλλά δεν είναι ανίκητη.
Παρατήρηση 6η: Ο δημοσιογράφος, στο πλαίσιο της ιδεολογίας του, της πολιτικής του άποψης, της προσωπικής του γνώμης, είναι το αδύναμο μέρος στη σχέση του με τον κάτοχο του ΜΜΕ. Αλλά αυτό δεν τον καθιστά ούτε άβουλο, ούτε πολύ περισσότερο τον απαλλάσσει της ευθύνης του. Θα είναι πάντα υπεύθυνος και υπόλογος κάθε φορά και κάθε στιγμή που θα συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω να τον αφορούν οι στίχοι του Βάρναλη: «Και συ, τσούλα των δήμιων, Επιστήμη, της Αλήθειας εσχάτη τεφροδόχα, και συ πρόστυχη Πένα και ψοφίμι, του βούρκου λιβανίζετε την μπόχα»…
Το ερώτημα «ποιος είναι πιο άθλιος, αυτός που δίνει την εντολή ή αυτός που την εκτελεί», θα αφορά πάντα τον δημοσιογράφο που δεν ασκεί το ρόλο του με αξιοπρέπεια. Κάθε άλλο παρά το υποδεέστερο της θέσης του τον απαλλάσσει από το καθήκον της ηθικής – επαγγελματικής αρτιότητας. Κάθε άλλο παρά αναιρεί το στοιχείο της προσωπικής ευθύνης οποιουδήποτε παίρνει ένα μαρκούτσι στο χέρι και δεν ξέρει τι λέει, ή αρπάζει έναν υπολογιστή και δεν ξέρει τι γράφει. Κάθε άλλο παρά αμφισβητεί το ουσιαστικό νόημα όσων έγραφε ο Καμύ το 1939, όταν στο μανιφέστο του για τον «ελεύθερο δημοσιογράφο» εξαιρούσε τη δημοσιογραφία που υπηρετεί τη «σαθρή ανοησία», την «οργανωμένη νωθρότητα» και την «επιθετική βλακεία». Αντίθετα, τα προηγούμενα, καταδεικνύουν ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: Ότι στο πλαίσιο της συστημικής λειτουργίας του Τύπου, που ορίζεται από το ιδιοκτησιακό του καθεστώς, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος για τους δημοσιογράφους να μετατραπούν, είτε ενσυνείδητα είτε εξ αντικειμένου, σε μέρος του προβλήματος.
Προφανώς, όταν αναφερόμαστε, στην ευθύνη του δημοσιογράφου, δεν μιλάμε για εκείνη την ομάδα που συγκροτεί το «ανφάντ γκατέ» αυτού που θα λέγαμε «συστημικά ενσωματωμένη δημοσιογραφία». Διότι, πολύ απλά, δεν τους θεωρούμε δημοσιογράφους, αλλά λακέδες. Πρόκειται για μια ομάδα που ένα μέρος της χρησιμοποιεί τη δημοσιογραφία ως πασαρέλα συμμετοχής της στο κλαμπ των «VIPs». Ένα άλλο αποτελεί κρίκο της αλυσίδας του θεάματος. Ένα τρίτο υπηρετεί δυο και τρεις «αφεντάδες» ταυτόχρονα, όχι γιατί πρέπει να βγάζει το ψωμί της, αλλά γιατί έτσι εξασφαλίζει το παντεσπάνι της.
***
Ας έρθουμε, τώρα, στο κυρίως θέμα μας: Τηλεοπτικές άδειες! Για άλλους αποτέλεσε μπιγκ-μπραδερίστικο καραγκιοζιλίκι. Γι’ άλλους τομή διαφάνειας. Για τους μεν, όπως είπαμε, είναι αναπαλαίωση της παλιάς διαπλοκής. Για τους άλλους επιτομή της νομιμότητας.
Επειδή, δε, κι αυτοί που κλείστηκαν στο κτίριο της Γενικής Γραμματείας, και αυτοί που δεν πήγαν, και εκείνοι που τους υπηρετούν με ή χωρίς δημοσιογραφική ταυτότητα, και αυτοί που οργάνωσαν τον διαγωνισμό και αυτοί που τον καταγγέλλουν, είναι σίγουρο ότι – όλοι τους – κάθε βράδυ πέφτουν για ύπνο με μια αγωνία, πως θα ξυπνήσουν το πρωί για να ενημερώσουν τον λαό… «αντικειμενικά», «ολόπλευρά» κι «πλουραλιστικά», γι’ αυτό θα το θέσουμε ευθέως:
ΠΡΩΤΟ: Για να εχεις ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι πρέπει να έχεις στην κωλότσεπη μερικά – πολλά – εκατομμύρια. Να έχεις φράγκα. Αυτό είναι το κριτήριο, το ύψιστο, το μέγιστο, το «αριστερό» (!), που έθεσε ο κύριος Τσίπρας.
Ας αφήσει λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ την γελοία «αντιολιγαρχική» του ρητορεία. Ολιγάρχες και μεγαλοκαπιταλιστές είχαν πριν τα τηλεοπτικά ΜΜΕ, ολιγάρχες και μεγαλοκαπιταλιστές θα τα έχουν και τώρα. Φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ επειδή θεωρεί τα δικά του Μνημόνια «καλύτερα» από των άλλων μπορεί να θεωρεί και τους ολιγάρχες της δικής του μιντιακής εποχής «καλύτερους» από των προηγούμενων. Με γεια του με χαρά του, αλλά με τον ξαναζεσταμένο Πασοκισμό των «νέων τζακιών» και με τον «αριστερό σανό» των επικοινωνιακών του επιτελείων ας ταΐζει την κυρία Τζάκρη και το λοιπό Πασοκιστάν που θρέφει στον κόρφο του και όχι τον ελληνικό λαό.






