Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

Καλύτερα φασίστας και ναζιστής..έκραξε ο ποιμένας και φωτίστηκαν τα μαρτυρικά χωριά .. Καλάβρυτα, Δίστομο, Κομμένο, Χορτιάτη,Βιάννο, Κάνδανος...



(...)«Κατά τις δέκα το πρωί στις 10 Ιουνίου 1944 μέρα Σάββατο κατέβηκα από το πατρικό μου και πήγα στο καφενείο του Μαράλιου. Καθόμουνα με δυο – τρεις άλλους. Περνάει από κει το μικρό ανηψάκι μου, ο Γιάννης της αδερφής μου Φρόσως Σταθά, το γένος Περγαντά. Το φώναξα και του έδωσα μια ρουφηξιά ούζο. Ύστερα έφυγε να παίξει. Σε λίγο ακούμε φωνή τρομαγμένη «έρχονται οι Γερμανοί».Πεταχτήκαμε και μέσα από το στενό του Μάριου προς τα Μεσινά ανέβηκα στου Καρσνά το ρέμα, προς τα λακκώματα. Εκεί έμεινα και είχα στραμμένη την προσοχή μου στο χωριό με αγωνία. Είδα [……], ώσπου όταν βασίλεψε ο ήλιος κι έπαιρνε να νυχτώσει οι γερμανικές φάλαγγες τράβηξαν για τη Λιβαδειά.

Μαρτυρικό χωριό Δίστομο . Αφηγείται  ο Παναγιώτης Περγαντάς του Θωμά (Κιθάρας)

Τότε κατεβαίνω κι εγώ προς το χωριό. Φτάνω σε απόσταση διακόσια μέτρα από τα πρώτα σπίτια. Το σπίτι της αδερφής μου Φρόσως ήταν στην άκρη. Ακούω μια γυναικεία φωνή να σκούζει, να οδύρεται, να θρηνολογεί. Ήταν η μάνα μου. Φτάνω τρέχοντας και τι να δω! Την αδερφή μου κομματιασμένη, βιασμένη, κατακρεουργημένη. Κατασκισμένα ρούχα και σάρκες είχαν γίνει ένα. Το αίμα έτρεχε από τα σκέλια της. Τα βυζιά της κατασφαγμένα, φέτες. Το πρόσωπό της παραμορφωμένο και σ’ όλο το σώμα σημάδια άγριας πάλης. Δίπλα της σε μια κούνια το μικρό κορίτσι της τη Ζωή, εφτά μηνών, το είχαν ξεκοιλιάσει, του είχαν κόψει το λαιμό και κρέμονταν τα λαρύγγια του στο στήθος μπλεγμένα με τα βγαλμένα έντερα.(...)



Σφαγή στα Καλάβρυτα:

(...)Γύρω στις 9 το πρωί χώρισαν τα γυναικόπαιδα από τους άνδρες πάνω των 14 και έως 65 ετών. Κλείδωσαν τα γυναικόπαιδα στο σχολείο και οδήγησαν τον ανδρικό πληθυσμό λίγο έξω από την πόλη, σε έναν μικρό λόφο, στο χωράφι του δάσκαλου Καπή. Τους έβαλαν στη μέση και έστησαν γύρω – γύρω πολυβόλα. Την ίδια ώρα άλλα τμήματα Γερμανών στρατιωτών και ταγματασφαλιτών άρχισαν να λεηλατούν και να καταστρέφουν την πόλη. Το μεσημέρι, στις 2.34 (το ιστορικό ρολόι της εκκλησίας της πόλης μένει σταματημένο μέχρι σήμερα), μια φωτοβολίδα που έπεσε από την πόλη έδωσε το σύνθημα. Η διαταγή δίνεται από επικεφαλής του αποσπάσματος Γερμανό λοχία Τένερ και οι τριανταπέντε Γερμανοί στρατιώτες που χειρίζονταν τα πολυβόλα άρχισαν να ξερνούν το θάνατο. Οι άτυχοι άντρες πέφτουν νεκροί ο ένας μετά τον άλλο. Εκατοντάδες νεκρά κορμιά σχηματίζουν έναν μεγάλο σωρό. Οι φονιάδες τελειώνουν το έργο τους με χαριστικές βολές σε ότι κινείται, ότι βογγάει ακόμα, στο ματωμένο κουβάρι. Πάνω από 650 οι νεκροί. Ορφάνεψε η πόλη. Κατάφεραν να σωθούν μόνο 13 άτομα που σκεπάστηκαν από τους νεκρούς συμπολίτες τους και θεωρήθηκαν νεκροί από τους ναζί. Σώθηκαν επίσης όσοι άκουσαν το κάλεσμα του ΕΛΑΣ και έφυγαν από τα Καλάβρυτα όταν έφτασαν οι Γερμανοί καθώς και όσοι κατάφεραν να δραπετεύσουν κατά την περίοδο της παραμονής των Γερμανών στη πόλη τις προηγούμενες μέρες.
Καλάβρυτα σύνθεση Φέρτη

Η τραγωδία συνεχίστηκε για τις γυναίκες των Καλαβρύτων. Οι φασίστες έβαλαν φωτιά στο σχολείο που είχαν κλειδώσει τα γυναικόπαιδα και τους γέροντες. Σε κατάσταση αλλοφροσύνης έριχναν τα παιδιά τους από τα παράθυρα, κατάφεραν να σπάσουν τις πόρτες και αντίκρισαν όλοι τη φρίκη που μπόρεσε να γεννήσει η αποκτήνωση του φασισμού. Χαροκαμένες μάνες και κόρες, χήρες και αδελφές έμειναν να κλάψουν και να θάψουν τους νεκρούς τους(...)


Η Σφαγή στο Χορτιάτη:
(...)Ανοίξανε τις πόρτες, μας βάλανε στον φούρνο, εμείς που ήμασταν  από τις πρώτες στην γραμμή ανεβήκαμε  στο ζυμωτήριο επάνω. Μας είπαν  να καθίσουμε. Καθίσαμε, στήσανε μπροστά  ένα πολυβόλο στην πόρτα, στο ζυμωτήριο  επάνω και άρχισαν να μας ρίχνουν. Σκοτώθηκε η μαμά μου πρώτα, μετά η αδερφή μου, μετά άρχισαν να φέρνουν δέματα χόρτα και μας τα έριξαν πάνω μας. Βάλανε φωτιά. Είδα μία  κυρία κατέβαινε με το μωρό της  αγκαλιά, πιάστηκα πίσω από την ρόμπα της και κατέβηκα κάτω. Εκεί  ήταν όλοι σκοτωμένοι και κάτω γεμάτο με νεκρούς. Η κυρία αυτή δρασκέλισε την πόρτα  να κατεβεί, εκείνη την ώρα βρέθηκαν μπροστά της, εγώ θα τους πω ταγματασφαλίτες, και άκουσα που να της λένε "κυρία μου που πας;" και την  μαχαίρωσαν.

Έπεσε αυτή ανάμεσα στην πόρτα, εγώ όπως ήμουνα μικρή δεν με είδανε πίσω. Μπήκα κάτω από τον πάγκο και  δεν με είδανε. Πέρασε  λίγη ώρα και βγήκα. Είδα ησυχία εκεί στην αυλή και βγήκα άκουσα κουβέντες στον δρόμο. Που να πάω; Και έξω στην αυλή είχε σκοτωμένους αρκετούς, όσοι δεν χωρούσαν τους σκοτώνανε στην αυλή και έπεσα μπρούμυτα εκεί επάνω στους σκοτωμένους και έκανα τη νεκρή. Εκεί  πέρασε αρκετή ώρα, δίπλα μου ήταν μια κυρία, θήλαζε το μωρό της. Ήταν νεκρή και το μωρό θήλαζε. Μια έκλαιγε, μια θήλαζε, ήρθαν οι ταγματασφαλίτες και βλέπανε το μωρό και γελούσαν που θήλαζε από την μάνα. Εν τω μεταξύ αυτή αιμοραγούσε ακόμα. Επάνω  μου ερχόταν όλο το αίμα, αλλά δεν μιλούσαμε.  Τίποτα κανείς. Άρχισαν να μας κλoτσάνε μήπως έχει κανέναν ζωντανό, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί ο κόσμος ακόμα ξεψυχούσε και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιος ήταν ζωντανός ποιος ήταν νεκρός. Εκεί  περίμενα λιγάκι. Αρχισε να βραδιάζει, άρχισε να καίγεται το οίκημα, ο φούρνος. Δεν μπορούσαμε να καθίσουμε άλλο, δίπλα ήταν το σπίτι μας, πήγα εκεί.(...)

- Ο ποιμένας κυκλοφορεί τα παράσημά τους στα ιερά και πατριωτικά πέτα, ως  καλύτερα φασίστας και ναζιστής ...


Σφαγή στο Κομμένο Άρτας:
(...) Με την ανατολή του ήλιου, αφού πρώτα πήραν το πρωινό τους και κύκλωσαν το χωριό, οι μονάδες εφόδου έλαβαν με δύο φωτοβολίδες το σύνθημα και άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους. Δεν άφηναν τίποτε όρθιο. Έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μιαν απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Ακόμη και μωρά. Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους να σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό. Ανθρώπινα σώματα κόπηκαν στα δυο ή διαλύθηκαν και δε βρέθηκαν ποτέ. Φαίνεται πως η διαταγή ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό σ’ ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών.
Έξι ώρες κράτησε η σφαγή. Δρόμοι, αυλές, καμένα σπίτια, κήποι, χαντάκια, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να τους θάψει. Πρόχειρα και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρούς μέσα, για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες αγιάτρευτες στο χωριό. Όσοι σώθηκαν έπρεπε ν’ αντέξουν και ν’ αφήσουν γι’ αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.
Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα με τριάντα πέντε άτομα. Από τα 12 μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν στο χωράφι τα ζώα. Οι ναζί δε σεβάστηκαν και δε λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη την Αλεξάνδρα και το γαμπρό το Θεοχάρη.(...)


- Η φασιστική  απειλή ξανάρχεται .   Η ιστορική μνήμη τεχνηέντως δεν συγκροτεί πολιτική ηθική και η λήθη βρίσκει στο σκοτάδι κοινωνικό βηματισμό.   Ενώ   στο υπάρχον  ξανά_παράγονται    "ποιμένες"  που  νιώθουν καλύτερα σα φασίστες και ναζιστές..
Τα μαρτυρικά χωριά και όχι μόνο,  αφήνουν το φώς να δείξει το δρόμο Ενάντια στο Φασισμό,  το σκοτάδι του κάθε "ποιμένα"  του φασισμού δεν θα γίνει ποτέ ανεκτό...


Διαβάστε:

Η χαμένη έκθεση του Καζαντζάκη για τα εγκλήματα των ναζί στην Κρήτη


:
Αμβρόσιος: Καλύτερα ναζιστής και φασίστας, παρά κατσαπλιάς


πηγές:

Μαρτυρικό χωριό Δίστομο

Η σφαγή στο Χορτιάτη


Σφαγή στα Καλάβρυτα
Σφαγή στο Κομμένο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου