Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Σε "ταληράκια" το πλιάτσικο των τραπεζών με το Μνημόνιο 4(άρθ 2).

 

Το σκάνδαλο των τραπεζών με απλά λόγια




Του Κώστα Βαξεβάνη

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και με βάση τα πραγματικά γεγονότα. Αυτός είναι ο ασφαλέστερος τρόπος όχι για να συμφωνήσουμε, αλλά για να μιλάμε για πράγματα που ισχύουν και όχι για αόριστες πολιτικές.
Οι τράπεζες είναι επιχειρήσεις που η λειτουργία τους εκ των πραγμάτων συνδέεται με την Οικονομία. Οι μεταβολές σε μια επιχείρηση όπως η τράπεζα, επηρεάζει ή μπορεί και να καθορίζει την Οικονομία, άρα και την κοινωνία. Αυτό είναι ένα δεδομένο.

Το δεύτερο είναι πως οι τράπεζες από τα τέλη τη δεκαετίας του ‘80 δεν λειτουργούν με τον παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή δεν παίρνουν τα χρήματα των καταθετών με τα οποία επενδύουν δίνοντας κέρδη στον καταθέτη μέσω των τόκων. Οι τράπεζες επέλεξαν έναν τρόπο λειτουργίας που υπόσχεται άλλου είδους κέρδη. Δηλαδή δημιουργούν «επενδύσεις» και «προϊόντα», τα οποία είναι εικονικά, αποκαλούνται με διάφορα εξωτικά ονόματα και υπόσχονται μεγάλη κερδοφορία αν και αποκρύπτουν το ρίσκο. Ένα τραπεζικό προϊόν για παράδειγμα, μπορεί να είναι ένα «στοίχημα» για το αν θα βρέξει στο Κάιρο ή αν θα καταρρεύσει η οικονομία της Ελλάδας. Όσο και αν φαίνεται απλοϊκό το παράδειγμα, είναι μια πραγματικότητα. Οι τράπεζες έχουν δημιουργήσει έναν εξωπραγματικό, ιπποδρομιακό καπιταλισμό, που δεν σχετίζεται ούτε με επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, ούτε με το κοινωνικό όφελος απαραίτητα.

Παρ όλα αυτά, επειδή οι τράπεζες είναι επιχειρήσεις που συγκεντρώνουν χρήμα και συνδέονται με την Οικονομία, η σταθερότητά τους είναι πραγματικά ένα ζητούμενο. Αυτό δεν σημαίνει πως όταν οι Τράπεζες ενεργούν ή βάζουν προϊόντα στην αγορά έχουν ως προβληματισμό τη σταθερότητά τους ή το τι ζημιά θα κάνουν στην Οικονομία της χώρας. Τους ενδιαφέρουν τα κέρδη. Η κατάρρευση της Lehman Brothers, από την οποία ξεκίνησε η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι μια αρκετά ισχυρή απόδειξη γι αυτό. Έτσι παρότι το επιχείρημα της ευστάθειας που χρησιμοποιούν οι τράπεζες για να εξασφαλίζουν την κρατική βοήθεια (ναι την κρατική παρά τον καπιταλισμό που υπηρετούν και τον αντικρατισμό τους) δεν είναι ο θεός που προσκυνούν (αυτός είναι το κέρδος) αλλά ο ψευδοπροφήτης που χρησιμοποιούν για να πιστέψουν τα πλήθη στην απάτη τους.

Όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση, οι έλληνες τραπεζίτες, με πρώτο και κύριο τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Γ. Προβόπουλο, υποστήριζαν πως η Ελλάδα δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο, γιατί οι ελληνικές τράπεζες ήταν ισχυρές και δεν είχαν εκτεθεί σε τοξικά προϊόντα όπως αυτά που οδήγησαν στην πτώση την αμερικανική Lehman Brothers. Στο αμέσως επόμενο διάστημα, η τραπεζική φιλολογία άλλαξε, οι τράπεζες εμφανίστηκαν να μολύνονται από την κρίση μέσω του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας και να χρειάζονται κρατική στήριξη.

Οι κυβερνήσεις δεν σεβάστηκαν την βασική αρχή της αγοράς και του δικού τους νεοφιλελευθερισμού που λέει «ο ισχυρός στην οικονομία προχωρά και ο αδύναμος πρέπει να βγαίνει από την κούρσα και να πεθαίνει». Αντιθέτως ανακεφαλαιοποίησαν τις τράπεζες, δηλαδή δανείστηκαν με υψηλά επιτόκια για να εξασφαλίσουν ρευστό στις τράπεζες. Το δάνειο αυτό το πληρώνουμε εμείς.

Γιατί όμως κατέρρευσαν οι «ισχυρές» ελληνικές τράπεζες που μερικά χρόνια πριν διαφήμιζαν το ελληνικό τραπεζικό θαύμα στα Βαλκάνια; Γιατί αναγκάστηκαν να αγοράσουν ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου τα οποία κουρεύτηκαν, απαντούν οι τραπεζίτες. Είναι αλήθεια αυτό; Είναι η μισή αλήθεια.
Κατ αρχήν το να αποφασίζει μια τράπεζα να επενδύσει σε ένα προϊόν, όπως η αγορά των ομολόγων του Δημοσίου, είναι ένα ρίσκο το οποίο αποφασίζει να πάρει. Αν για παράδειγμα τα ομόλογα του Δημοσίου δεν κουρεύονταν, αλλά είχαν κέρδη, οι τράπεζες θα μοίραζαν μέρισμα στους έλληνες πολίτες; Άρα ακόμη και αυτή η αγορά των ομολόγων, ήταν μια απόφαση  ρίσκου την οποία έπρεπε να πληρώσουν. Ακόμη όμως και αυτό το κούρεμα που αποφασίστηκε, (ένα ακόμη σκάνδαλο Βενιζέλου) ενώ κούρεψε τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία καταστρέφοντάς τα, δεν πείραξε άλλους επενδυτές των οποίων δεν κουρεύτηκαν τα ομόλογα.

Οι ζημιές όμως των τραπεζών δεν προήλθαν από τα ομόλογα του Δημοσίου όπως θέλουν να λένε οι τραπεζίτες. Οι ελληνικές τράπεζες δεν είχαν χρήματα. Οι ανακεφαλαιοποιήσεις τους  προέρχονταν από διαδοχικές δανειοδοτήσεις που έκαναν ο ένας στον άλλο. Δηλαδή η Τράπεζα Α, δάνειζε μια offshore εταιρεία η οποία ήταν συμφερόντων της Τράπεζας Β, για να εμφανιστεί ρευστότητα. Μετά η Τράπεζα Β, δάνειζε μια άλλη εταιρεία συμφερόντων της Α η οποία έκανε αύξηση κεφαλαίου της Α. Το εικονικό χρήμα έκανε κύκλο με την άδεια της Τράπεζας της Ελλάδας δίνοντας μια ψεύτικη εικόνα ευρωστίας και χρήματος για τις Τράπεζες.

Οι τραπεζίτες όμως έκαναν ακόμη μεγαλύτερα αίσχη. Έδιναν δάνεια σε offshore εταιρείες που ανήκαν στους ίδιους και τις οικογένειές τους, χωρίς εγγυήσεις και στη συνέχεια χρέωναν τα θαλασσοδάνεια στις ζημιές της Τράπεζας κλέβοντας τους μικρομετόχους. Έδιναν επίσης δάνεια σε επιχειρηματίες (πάντα χωρίς εγγυήσεις) οι οποίοι έκαναν αύξηση μετοχικού κεφαλαίου σε άλλες δικές τους επιχειρήσεις. Έτσι δημιουργούσαν εικόνα ισχυρών επιχειρήσεων, με δανεικά και αγύριστα, χειραγωγώντας και εξαπατώντας τους επενδυτές που επένδυαν στις ίδιες επιχειρήσεις εξαιτίας της πλαστής εικόνας που είχε δημιουργηθεί.

Πολλοί τραπεζίτες πουλούσαν ή νοίκιαζαν στις τράπεζές του ή στο Δημόσιο, κτήρια τα οποία είχαν αγοράσει με δάνεια των τραπεζών τους αλλά μέσω παρένθετων προσώπων σε τιμές πολλαπλάσιες των πραγματικών.

Ταυτόχρονα δανειοδοτούσαν τα κόμματα, ώστε να έχουν την πολιτική κάλυψη και τα ΜΜΕ για να εξασφαλίζουν τη σιωπή για τα σκάνδαλά τους. Μεγάλα ποσά τα έβγαλαν στο εξωτερικό μέσα από κομπίνες με τα υποκαταστήματα των Τραπεζών που άνοιγαν στα Βαλκάνια. Δημιούργησαν μέσα από τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ την εικόνα οικονομικού τραπεζικού θαύματος στα Βαλκάνια, και διοχέτευσαν έτσι ποσά σε δανειολήπτες του εξωτερικού που δεν ήταν άλλοι από τους εαυτούς τους.

Όλα αυτά τα σκάνδαλα και η ευθεία ληστεία του χρήματος, εμφανίστηκε ως μόλυνση από την κρίση. Οι μαύρες τρύπες από τη ληστεία και τη συναλλαγή με τη διαπλοκή (600 εκατομμύρια είχε πάρει το ALTER από τις τράπεζες χωρίς εγγυήσεις) εμφανίστηκε ως αποτέλεσμα της κρίσης. Έτσι στο όνομα της ευστάθειας των τραπεζών, αυτές ανακεφαλαιοποιήθηκαν με τα χρήματά μας. Όχι όμως οι τράπεζες, αλλά οι τραπεζίτες. Οι τράπεζες δεν ελέγχθηκαν πριν ανακεφαλαιοποιηθούν, ώστε να βρεθεί ποιό κομμάτι της ζημιάς οφείλεται στην κρίση και ποιό στη ληστεία. Οι τραπεζίτες, αυτοί που είχαν ρίξει τις τράπεζες έξω (αν δεν τις είχαν ληστέψει) θεωρήθηκαν ικανοί να συνεχίσουν να διοικούν τις τράπεζες.

Το κράτος μέσα από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας πήρε το 80% των μετοχών των τραπεζών αλλά χωρίς το κράτος να μπορεί να ασκήσει καμία διοίκηση. Ενώ η ανακεφαλαιοποίηση έγινε για να υπάρξει σταθερότητα, ρευστότητα και λειτουργία της ελληνικής οικονομίας, τα δάνεια σταμάτησαν, οι επιχειρήσεις που έπρεπε να σωθούν άρχισαν να κλείνουν και τα σπίτια να πλειστηριάζονται. Συνέχισαν βέβαια να παίρνουν δάνεια μη παραγωγικές επιχειρήσεις όπως τα Μέσα Ενημέρωσης, παρά τα χρέη τους και τις ζημιές τους και βέβαια και διαφήμιση από τις τράπεζες. Το Mega για παράδειγμα, με ζημιές 25 εκατομμύρια, χρέη 200 εκατομμύρια πήρε δάνειο 110 εκατομμύρια για να συνεχίσει να λειτουργεί και κυρίως να υποστηρίζει πως η κυβέρνηση και οι τράπεζες ακολουθούν σωστή πολιτική. Ποια τραπεζική διαδικασία μπορεί να κρίνει ως επωφελές ένα τέτοιο δάνειο; Αντίστοιχα δάνεια έχουν σχεδόν όλα τα ΜΜΕ στην Ελλάδα.

Αφού ανακεφαλαιοποιήθηκαν οι Τράπεζες η κυβέρνηση προχώρησε την Κυριακή στην κορωνίδα του σκανδάλου. Με το άρθρο 2 του «πολυνομοσχεδίου» δίνει τη δυνατότητα στους παλιούς αποτυχημένους τραπεζίτες, να επαναγοράσουν τις μετοχές τους, όχι στην τιμή που τις αγόρασε το κράτος (ΤΧΣ) με την ανακεφαλαιοποίηση, αλλά σε εξευτελιστικές τιμές. Δηλαδή για παράδειγμα στη Eurobank, ενώ το κράτος αγόρασε τις μετοχές της Τράπεζας με 1,24 ευρώ ανά μετοχή, τώρα ο τραπεζίτης μπορεί να αγοράσει πίσω τις μετοχές με 30 λεπτά. Δηλαδή η κυβέρνηση θεσμοθέτησε όχι μόνο την προκλητική επιστροφή των μετοχών αλλά και τη δεδομένη απώλεια χρημάτων που έχουμε ήδη καταβάλει. Πλήρωσε, έσωσε τις τράπεζες και τώρα τις παραδίδει πίσω στους διαφθαρμένους τραπεζίτες τους οποίους ποτέ δεν ήλεγξε.

Ας αφήσουμε το ηθικό, πολιτικό και οικονομικό κομμάτι του σκανδάλου και ας πάμε στις παραβάσεις με βάση αυτούς τους ίδιους τους νόμους της αγοράς. Η ελληνική κυβέρνηση η οποία καταγγέλλει τον κρατισμό σε βαθμό που να απολύει δημόσιους υπαλλήλους μέσα από μια πρωτοφανή δαιμονοποίηση, παρεμβαίνει ως κρατική οντότητα υπέρ των τραπεζών. Όχι μόνο ζημιώνει το ελληνικό Δημόσιο, αλλά παραβαίνει το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η Ελλάδα έχει καταδικασθεί στα ευρωπαϊκά δικαστήρια για επιδοτήσεις που έχει δώσει σε εταιρείες (πχ ΟΣΕ, Ολυμπιακή) αφού θεωρείται πως έτσι καταστρατηγεί την αρχή της ανταγωνιστικότητας και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Οποίο θαύμα λοιπόν, η κυβέρνηση Σαμαρά Βενιζέλου, επιδοτεί τους τραπεζίτες, δίνοντάς τους σε τιμές ευκαιρίας πίσω τις τράπεζες τις οποίες χρησιμοποίησε για την αφαίμαξη των πολιτών.

Είναι η ίδια κυβέρνηση η οποία έχει ξεκινήσει ανένδοτο αγώνα κατά των μονοπωλίων και των ολιγοπωλίων (πάλι στο όνομα του ελεύθερου ανταγωνισμού και της αγοράς) την ίδια ώρα που με νόμους και σκανδαλώδεις ρυθμίσεις, έχει δημιουργήσει ολιγοπώλιο μόλις τεσσάρων τραπεζών.
Άλλωστε τα νομοσχέδια που καταθέτει κάθε μέρα είναι γεμάτα αδιόρατες ρυθμίσεις με τις οποίες αμνηστεύονται όσοι έχουν παράνομα ευνοήσει το προκλητικό καθεστώς λειτουργίας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Μια τέτοια ρύθμιση είναι η τροπολογία που απαλλάσσει από τις ποινικές ευθύνες τους τραπεζίτες και τους υπαλλήλους που δανειοδότησαν χωρίς εγγυήσεις τα κόμματα. Τα χρήματα αυτά, πάνω από 270 εκατομμύρια για το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, θα πληρωθούν φυσικά από εμάς. Ο ίδιος ο Βενιζέλος, έκανε νόμο με τον οποίο παρέχει στον εαυτό του ασυλία για την απόφασή του να δώσει στην Proton Bank του Λαυρεντιάδη, παρανόμως 100 εκατομμύρια ευρώ.

Οι τράπεζες δεν λειτουργούν πια σκανδαλωδώς έστω ως κομμάτι της Οικονομίας αλλά είναι οι ίδιες η εξουσία. Άλλωστε με το νόμο  4021/11 (φυσικά του Βενιζέλου) στην Τράπεζα της Ελλάδος και στις Τράπεζες, ανατίθενται εξουσίες πέρα από τον έλεγχο και τη λειτουργία της κυβέρνησης και της Βουλής.
Υπάρχει καμιά αμφιβολία πως αυτές είναι το κράτος;

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Ακροδεξιό πραξικόπημα απο τους υιοθετημένους λακέδες του ΔΝΤ(Τρόικας)

ποιά είναι η Ραπουζέλ;


 

Μια σειρά απο  νέες αντικοινωνικές ρυθμίσεις κατ επιλογή ντόπιων βιομηχάνων (ΙΟΒΕ) και των ξένων επικυρίαρχων του ΔΝΤ,  ψηφίζονται σε ένα νέο Μνημόνιο που στηρίζουν τα παρασιτικά και διεφθαρμένα κόμματα των ΠΑΣΟΚ-ΝΔ , ΔΗΜΑΡ.
Θύματά τους οι μικρεπαγελματίες, οι κτηνοτρόφοι και η ελληνική βιομηχανία γάλακτος , οι συνταξιούχοι, κλπ.
Μεγάλοι κερδισμένοι οι τραπεζίτες που τους χαρίζουν τις καταχρεωμένες τράπεζες που έσωσε ο ελληνικός λαός. Τραπεζίτες  που είναι  απο τα πιο διεφθαρμένα σύνολα στην Ελλάδα και ελέγχουν  το ολοκληρωτικό καθεστώς του Μνημονίου, τα κόμματά του(ΠΑΣΟΚ-ΝΔ,ΔΗΜΑΡ ποτάμια και λαγκάδια) και τα κοινοβουλευτικά ανδρείκελα που σταυλίζονται εκεί

 

Να γιατί σήμερα έγινε κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, κόλαφος η γνωμοδότηση Χρυσόγονου

 

  Σήμερα συντελέστηκε ένα πρωτόγνωρο κοινοβουλευτικό πραξικόπημα. Η πρόταση δυσπιστίας κατά μέλους της κυβέρνησης, αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 142 του κανονισμού της Βουλής , νόμιμο δικαίωμα του 1/6 της Βουλής. Η επίκληση χρονικού ορίου εξαμήνου από προηγούμενη πρόταση, είναι απολύτως σαφές από την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου του κανονισμού, ότι αναφέρεται ρητώς και κατηγορηματικώς, σε όμοια πρόταση δυσπιστίας.
Είναι απολύτως σαφές ότι η πρόταση δυσπιστίας κατά του συνόλου της κυβέρνησης και η πρόταση κατά μέλους, δεν έχουν καμία ομοιότητα. Η αποδοχή αρχικά από τον κύριο Σταμάτη της πρότασης, εκ μέρους της κυβέρνησης, και ειδικότερα η επισήμανσή του ότι δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα της πρότασης, αποτελεί περίτρανη απόδειξη.
Η ετεροχρονισμένη διαφοροποίηση από τον πρωθυπουργεύοντα κ. Βενιζέλο, αφού το Προεδρείο είχε διακόψει προκειμένου να ξεκινήσει, με βάση τον κανονισμό, η τριήμερη συζήτηση, αποτελεί πρωτοφανή εξέλιξη.
Η απουσία του κ. Σαμαρά από τη Βουλή και η διεκπεραίωση του ρόλου του από τον κο Βενιζέλο, αποτελεί ένα ανοιχτό άδειασμα του πρωθυπουργού προς τον στενό συνεργάτη του και υπουργό Επικρατείας, κ. Σταμάτη.
Ο Κανονισμός της Βουλής παραβιάστηκε κατάφωρα, και η πρόταση μομφής δεν συζητήθηκε, μετά από παρέμβαση του «έγκριτου» Συνταγματολόγου κ. Βενιζέλου και μετά την επίκληση μιας γνωμοδότησης της επιστημονικής υπηρεσίας η οποία ποτέ δεν παρουσιάστηκε γιατί πολύ απλά ποτέ δεν υπήρξε. Την ίδια στιγμή άλλες γνωμοδοτήσεις και νομικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί σε ανύποπτο χρόνο και επισημάνθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ,  δεν έγιναν αποδεκτές . (Χρυσόγονος, Καμτσίδου)
Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος της Βουλής υπέπεσε και σε τρία ακόμα ατοπήματα, διεκπεραιώνοντας την εκτροπή, καθ’ υπαγόρευσιν Βενιζέλου, ως μη όφειλε:
Πρώτον αρνήθηκε την έναρξη της συζήτησης για τη πρόταση δυσπιστίας κατά του Υπουργού Οικονομικών, κατά παράβαση των υποχρεώσεών του. Και αρνήθηκε την τελική κρίση επί της εγκυρότητας ή μη από το σώμα, στο τέλος της 3ήμερης διαδικασίας, όπως προβλέπει σαφώς ο Κανονισμός (άρθρο 142 ΚτΒ) και δέχονται όλες οι επιστημονικές απόψεις, ακόμη και αυτές με διαφορετική ως προς το δια ταύτα εκτίμηση, όπως η αναφερόμενη από τον κο Βορίδη, άποψη Παραρά.
Δεύτερον, ενώ δήλωσε ότι θα θέσει στο σώμα, έστω και πριν την έναρξη της συζήτησης, την εγκυρότητα ή μη της πρότασης, τελικά ούτε αυτό έκανε, αφού μετά την αποχώρηση ΣΥΡΙΖΑ, ακολουθώντας τις οδηγίες του Βενιζέλου δεν έθεσε καν το θέμα σε έγκριση του σώματος.
Τρίτον, ενώ όφειλε να διακόψει και να κατέλθει της έδρας μετά τη κατάθεση πρότασης μομφής εναντίον του, συνέχισε σα να μη συμβαίνει τίποτα να προεδρεύει και ερμήνευσε κατά το δοκούν το άρθρο 150 του κανονισμού, σε σχέση με τη μη διακοπή της διαδικασίας.

Διαβάστε τη Γνωμοδότηση Χρυσόγονου:

Ερώτημα
Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Αλέξης Τσίπρας μου έθεσε το ερώτημα εάν είναι επιτρεπτή η υποβολή πρότασης δυσπιστίας ατομικά κατά υπουργού πριν από την παρέλευση εξαμήνου αφότου η Βουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης, μέλος της οποίας είναι ο υπουργός.

Απάντηση
Ι. Στην παρ. 2 του άρθρου 84 του Συντάγματος ορίζεται: «Η Βουλή μπορεί με απόφασή της να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την Κυβέρνηση ή από μέλος της. Πρόταση δυσπιστίας μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο εξαμήνου αφότου η Βουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας. …».
Το δεύτερο εδάφιο της παραπάνω διάταξης θέτει τον κανόνα ότι για να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας πρέπει να έχει παρέλθει τουλάχιστον εξάμηνο από την απόρριψη της προηγούμενης. Ο κανόνας αυτός έχει βεβαίως νόημα μόνον όταν πρόκειται για την υποβολή νέας πρόταση δυσπιστίας κατά της ίδιας κυβέρνησης. Είναι αυτονόητο ότι, εάν εντός του εξαμήνου ορκιστεί νέα κυβέρνηση, ουδόλως κωλύεται η υποβολή πρότασης δυσπιστίας κατά αυτής. Με άλλα λόγια, η εφαρμογή του κανόνα προϋποθέτει την ταυτότητα του καθ’ ου η πρόταση.
Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, ο παραπάνω κανόνας δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση υποβολής διαδοχικών προτάσεων κατά της κυβέρνησης συλλογικά και κατά μέλους της ατομικά, οπότε επίσης δεν συντρέχει ταυτότητα του καθ’ ου η πρόταση. Όπως έχω υποστηρίξει σε ανύποπτο χρόνο, η εξάμηνη προθεσμία δεν εφαρμόζεται παρά μόνο για ταυτόσημες ως προς τον καθ’ ου προτάσεις, έτσι ώστε η απόρριψη πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης να μην εμποδίζει την υποβολή πρότασης δυσπιστίας κατά μέλους της πριν την πάροδο εξαμήνου (Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα 2003, σ. 555).
Την άποψη αυτή, μολονότι είχε υποστηριχθεί παλαιότερα και η αντίθετή της (βλ. Π. Παραρά, Σύνταγμα 1975 – Corpus, τόμ. ΙΙΙ, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 1999, σ. 203), επιβεβαιώνει και η πλέον πρόσφατη μονογραφία για την κυβερνητική ευθύνη που διαθέτει η ελληνική βιβλιογραφία. Σ’ αυτήν αναφέρεται, επί λέξει, ότι «η προθεσμία αυτή δεν ισχύει, όταν η προγενέστερη πρόταση μομφής δεν αφορούσε το υπουργικό συμβούλιο στο σύνολό του ή τον πρωθυπουργό, αλλά μεμονωμένο μέλος της κυβέρνησης… Αν, δηλαδή, απορριφθεί πρόταση μομφής που στρέφεται κατά της κυβέρνησης, δεν παρεμποδίζεται η υποβολή νέας, που στοχεύει στην απομάκρυνση υπουργού, εντός του εξαμήνου» (Ιφ. Καμτσίδου, Το κοινοβουλευτικό σύστημα. Δημοκρατική αρχή και πολιτική ευθύνη, Εκδ. Σαββάλα 2011, σ. 267).
Εξάλλου, η παραπάνω άποψη επιβεβαιώνεται κατ’ ουσίαν και από δύο περαιτέρω επιχειρήματα, ένα τελολογικό και ένα συστηματικό. Καταρχάς, προφανής σκοπός της περί εξαμήνου διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 Συντ. είναι η διασφάλιση της κυβερνητικής σταθερότητας, η οποία όμως μόνον από ενδεχόμενη αποδοχή πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης συλλογικά κινδυνεύει και όχι από την αποδοχή τέτοιας πρότασης ατομικά κατά υπουργού. Στη δεύτερη περίπτωση ο υπουργός υποχρεούται μεν σε παραίτηση, η συνταγματική ωστόσο θέση της κυβέρνησης συλλογικά ουδόλως θίγεται.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 85 Συντ., σύμφωνα με την οποία «τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Υφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Κυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του», προκύπτει ότι διακρίνεται σαφώς η ατομική πολιτική ευθύνη των μελών της κυβέρνησης έναντι της συλλογικής ευθύνης της ίδιας της κυβέρνησης (βλ., ενδεικτικά, Ευ. Βενιζέλου, Μαθήματα συνταγματικού δικαίου, 2η έκδ., Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 2008, σ. 559, Κ. Μαυριά, Συνταγματικό δίκαιο Ι, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 2000, σ. 543, Δ. Θ. Τσάτσου, Συνταγματικό δίκαιο, τόμ. Β΄, Οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας, 2η έκδ., Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 1993, σ. 292 επ.). Επομένως, η απόδοση ατομικής πολιτικής ευθύνης με την υποβολή πρότασης δυσπιστίας κατά ορισμένου μέλους της κυβέρνησης είναι σαφώς διακεκριμένη έναντι της απόδοσης πολιτικής ευθύνης συλλογικά στην κυβέρνηση.
II. Σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 3 του Κανονισμού της Βουλής, αν διαπιστωθεί ότι η πρόταση υπογράφεται από τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό βουλευτών, η Βουλή διακόπτει τις (νομοθετικές ή άλλες) εργασίες της και επακολουθεί η έναρξη συζήτησης της πρότασης. Η κατά τη διάταξη αυτή διαπίστωση γίνεται προφανώς από το Προεδρείο της Βουλής και η αρμοδιότητα του τελευταίου εξαντλείται σ΄ αυτήν. Ούτε στο άρθρο 142 ούτε στα άρθρα 11 και 12 και 14 του Κανονισμού, τα οποία καθορίζουν τις αρμοδιότητες του Προέδρου, των λοιπών μελών του Προεδρείου και της Διάσκεψης των Προέδρων, περιέχεται οποιαδήποτε πρόβλεψη περί δυνατότητας του Προεδρείου (ή της Διάσκεψης των Προέδρων) να απορρίψει το ίδιο πρόταση δυσπιστίας, επειδή κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του Προεδρείου (ή της Διάσκεψης των Προέδρων) ή προσωπικά του Προέδρου η πρόταση αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 84 του Συντάγματος και 142 του Κανονισμού της Βουλής σχετικά με τον χρόνο υποβολής της. Μόνη αρμόδια να απορρίψει την πρόταση δυσπιστίας, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, είναι η Ολομέλεια της Βουλής, αφού εννοείται προηγηθεί συζήτησή της με τους όρους της παρ. 4 του άρθρου 142 του Κανονισμού της Βουλής.

Συμπέρασμα
Η απόρριψη πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης δεν εμποδίζει την υποβολή πρότασης δυσπιστίας κατά μέλους της πριν την πάροδο εξαμήνου και πάντως μόνη αρμόδια να τη συζητήσει και στη συνέχεια να την απορρίψει είναι η Ολομέλεια της Βουλής, εφόσον η πρόταση φέρει τις υπογραφές τουλάχιστον του ενός έκτου του συνόλου των βουλευτών.


Θεσσαλονίκη, 30.03.2014



Κώστας Χ. Χρυσόγονος
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
Νομική Σχολή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

 

 

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Αβάδιστα. Ζητούνται τοπικοί βουλευτές για ψήφιση έκτακτων Μνημονίων, Θα προτιμηθούν..




Αβάδιστα:
Ζητούνται τοπικοί βουλευτές για ψήφιση έκτακτων Μνημονίων. Θα προτιμηθούν..
οι έχοντες ανάλογο πρότερο βίο,  όσοι διαθέτουν αισθαντική ερωτική αθωότητα μπροστά στους ξένους επικυρίαρχους(ΔΝΤ, Τροικα κλπ) και όσοι έχουν  σοβαρή έλλειψη κοινωνικής συνείδησης..

Εκδήλωση ενδιαφέροντος έως και την Κυριακή το βράδυ στην ψήφιση του νέου Μνημονίου.


Κωδικός θέσης: «στα τέσσερα».  

ΠΡΟΣΟΧΗ μόνο σοβαρές προτάσεις.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Σχετικά με τη χθεσινή Συζήτηση ενάντια στην Ιδιωτικοποίηση του νερού και των Φραγμάτων του Πουρναρίου.






Στα παραλειπόμενα  της εκδήλωσης-Συζήτησης που έγινε χθές 27/3, στο καφέ ΧΆΡΤΑ,  με θέμα την ιδιωτικοποίηση των νερών και των φραγμάτων του Πουρναρίου , υπήρξε κοινή(όσο το δυνατόν) διαπίστωση ότι πρόκειται για ένα έγκλημα πολιτικό με τεράστιες κοινωνικές/οικονομικές/εργασιακές   επιπτώσεις.

Η στάση των πολιτών αλλά και των εργαζομένων και των συλλογικοτήτων που παίρνουν θέση,  είναι ενάντια στο ξεπούλημα  των Φραγμάτων  και των νερών.

Τα φράγματα  ειτε καλώς είτε κακώς αποτελούν διαχειριστικά εργαλεία  του νερού και της ενέργειας,  εάν μετατοπισθούν σε χέρια ιδιωτών,  η οικονομική ανέχεια και η απάνθρωπη εκμετάλλευση (το νερό είναι κοινωνικό αγαθό)  θα πάρουν βιβλικές κοινωνικές διαστάσεις,  γιγαντώνοντας την ανθρωπιστική κρίση που είναι σε εξέλιξη απο  τις φασιστικές πολιτικές του καθεστώτος του Μνημονίου.

Οι δράσεις κατά της ιδιωτικοποίησης πρέπει και θα συνεχισθούν , όχι απ΄όλους αλλά σίγουρα για Όλους, .
Αυτοί που στηρίξουν τις απαφάσεις των ξένων κέντρων για το ξεπούλημα της ΔΕΗ και των νερών,  έχουν βάλει και θα ξαναβάλουν την υπογραφή τους , είναι απλά αδίστακτοι, είτε πρόκειται για το Στύλιο και τον Γκόγκα είτα για οποιονδήποτε   πρόθυμο "υπάλληλο " του ΔΝΤ, σε όποια θέση.

Οι άνθρωποι και οι συλλογικότητες που θα επιλέξουν να  σταθούν απέναντί τους θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αποφασιστικοί.
Ο Αγώνας για το νερό θα μετατραπεί είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλον σε αγώνα για την ίδια τη Ζωή.

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των Νερών και των φραγμάτων Πουρναρίου 1&2.





Η ιδιωτικοποίηση των νερών αποτελεί κύριο πυλώνα των ακροδεξιών του καθεστώτος του Μνημονίου. Είναι μία ακροδεξιά πολιτική, ακροφιλελεύθερη,  απάνθρωπη που έχει έχει στόχο  τον κάθε πολίτη και συνολικά  την κοινωνία .

Το νερό είναι δημόσιο αγαθό και η πρόσβαση του θα πρέπει να είναι ελεύθερη για όλους, αυτό ισχύει και για την διαχείριση των νερών.
Τα φράγματα που έχουν κατασκευαστεί έχουν σύνθετες λειτουργίες εκμετάλλευσης των νερών , πρόκειται  ουσιαστικά για τεχνητά μέρη  της πολιτικής διαχείρισης τους (των νερών) .
Η ιδιωτικοποίηση των φραγμάτων υποθηκεύει πρώτα και κύρια τη διαχείριση του νερού και  όλες τις ζωτικές λειτουργίες για την κοινωνία  (πόσιμο νερό-ύδρευση, άρδευση, κλπ)

Συζητάμε, Οργανώνουμε , Συνθέτουμε Αντιστάσεις.

Την Πέμπτη 27/3  στο καφέ ΧΑΡΤΑ, στην πλατεία Μονοπωλίου , διοργανώνουμε ανοιχτή συζήτηση ενάντια στην ιδιωτικοποίηση τόσο των Νερών όσο και των Φραγμάτων(Πουρναρίου 1&2)  που διαχειρίζονται το νερό του Αράχθου.
Μαζί μας θα είναι, ο Γιάννης Παπαδημητρίου, δικηγόρος, Περιφερειακός σύμβουλος Ηπείρου και ο Βαγγέλης Καλτσής πρώην εργαζόμενος της ΔΕΗ.

Για τις κοινωνίες και τους ανθρώπους δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά της αντίστασης στην ιδιωτικοποίηση των Νερών, που απειλή τη Ζωή όλων μας…  

Σωματείο Βάσης Ανέργων και Επισφαλώς εργαζομένων Ν. Άρτας.


1821 Κοινωνική επανάσταση. 2014 Καγκελόφραχτες παρελάσεις μπροστά σε εθνικοφρονηματίες εγκληματίες του ΔΝΤ!



             Η κοινωνική σημασία της επαναστάσεως του 1821


Η συμβολή του Γ. Κορδάτου
του Μιχάλη Χονδροκούκη (*)
Το 1924 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το έργο του Γιάνη Κορδάτου Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Το κράτος και η Ιερά Σύνοδος το καταδίκασαν άμεσα, κατασκεύασαν «μελέτες» που να αντικρούουν τα συμπεράσματά του και εκφόβιζαν τη νεολαία, ώστε να μη διαβάσουν τα νέα παιδιά το συγκεκριμένο έργο. Κατά τον ίδιο τον Κορδάτο, ο λόγος της δίωξής του ήταν ότι «πήρε ένα θέμα από τα σπουδαιότερα της Νεοελληνικής μας Ιστορίας και το εξήτασε με τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού.»

Πράγματι, το έργο αυτό αποτελεί σταθμό για την ελληνική ιστοριογραφία, διότι εισάγει τον ιστορικό υλισμό ως μέθοδο στη μελέτη, ανάλυση και ερμηνεία της ελληνικής ιστορίας και μάλιστα σε ένα κομμάτι της που ήταν πολύ σημαντικό και κρίσιμο για την τότε, αλλά και τη σημερινή εξουσία. Από την αστική ανάγνωση της ελληνικής επανάστασης και του χαρακτήρα της αντλούν οι αντιδραστικές δυνάμεις, από τότε έως και σήμερα, ιδεολογικά εφόδια για να κρύβουν το ρόλο τους και να θολώνουν την κρίση του λαού. Ο Κορδάτος απεκάλυψε τον αντιδραστικό ρόλο των ανώτερων κληρικών, των κοτζαμπάσηδων και των Φαναριωτών, οι οποίοι εμφανίστηκαν μετεπαναστατικά να διεκδικούν το ρόλο του εθνοσωτήρα και κατέδειξε ότι η «απελευθερωμένη» Ελλάδα έγινε «συγκεκαλυμένον προτεκτοράτον της Αγγλίας» και πως ο ελληνικός λαός δεν μπορούσε «να ασκεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα».

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή και ας θέσουμε ορισμένα ερωτήματα σχετικά με το ιστορικό γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ο ίδιος ο τρόπος που τίθενται τα ερωτήματα, το τί είναι αυτό που ζητεί να βρει ο κάθε μελετητής, προλαμβάνει σε ένα βαθμό και τον τύπο των συμπερασμάτων που θα προκύψουν στο τέλος. Για παράδειγμα, εάν υιοθετήσουμε ερωτήματα του τύπου «Ποιος είναι ο σπουδαιότερος Έλληνας επαναστάτης;» (βλ. εκπομπές του ΣΚΑΪ ), τότε οι απαντήσεις που θα βρούμε δε θα μας χρησιμεύσουν στην κατανόηση ούτε του ιστορικού γεγονότος της Επανάστασης ούτε του ρόλου και της συμβολής του όποιου ιστορικού προσώπου σε αυτήν. Εάν, όμως, θέσουμε το ερώτημα «Ποιος είναι ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επανάστασης; Εθνικοαπελευθερωτικός; Ταξικός; Και τα δύο;», τότε η έρευνα αποκτά τη δυνατότητα να μας οδηγήσει στη βαθύτερη κατανόηση της Επανάστασης και της ουσίας της και στη διαμόρφωση του απαραίτητου κριτηρίου, ώστε να εκτιμήσουμε σωστά  το ρόλο και τη συμβολή του κάθε ιστορικού προσώπου.

Ο Κορδάτος, λοιπόν, καταπιάνεται με τη μελέτη της Επανάστασης, προσπαθώντας να κατανοήσει όσο γίνεται καλύτερα τα γεγονότα και εφαρμόζοντας τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού, θέτει κάποια ερωτήματα. Τα ερωτήματα αυτά δε διατυπώνονται ρητά στο έργο του, αλλά η παρουσία τους είναι προφανής δια της ρητής διατύπωσης των απαντήσεών τους.
1. Ποιος είναι ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επανάστασης;
2. Ποιες είναι οι κινητήριες δυνάμεις της Επανάστασης και ποιοι οι στόχοι τους;
3. Γιατί η Επανάσταση ξέσπασε στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή; Γιατί μετά από τετρακόσια χρόνια και όχι νωρίτερα;
4. Ποιοι παράγοντες καθόρισαν την πορεία και την έκβαση της Επανάστασης;
5. Ποιοι από τους στόχους των επαναστατών επιτεύχθηκαν και ποιοι όχι;
6. Είναι οι Έλληνες απελευθερωμένοι μετά τη σύσταση του νεοαναδυθέντος νεοελληνικού κράτους;
7. Πώς παρουσιάζεται η Επανάσταση από την επίσημη εκδοχή της εξουσίας;
8. Ποια στοιχεία αποσιωπούνται και σβήνονται εσκεμμένα;
9. Ποια στοιχεία αποτελούν παραχάραξη της ιστορίας και τί εξυπηρετούν;

Όπως καταλαβαίνετε, οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι απαραίτητες για όποιον θέλει να αποκτήσει ουσιαστική γνώση της ελληνικής ιστορίας και ο Γ. Κορδάτος μέσα στο εν λόγω έργο του δίνει τις δικές του απαντήσεις. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί στην ουσία περίληψη των κεφαλαίων του βιβλίου, με ελάχιστες παρεμβάσεις του γράφοντος.

Προπαρασκευαστικά ζητήματα
Στην Εισαγωγή του βιβλίου ο Κορδάτος ξεκαθαρίζει ορισμένα ζητήματα προπαρασκευαστικά και φροντίζει να αντιπαρατεθεί με τους αστούς ιστορικούς καταδεικνύοντας τις αντιεπιστημονικές και αντιδραστικές τους θέσεις:

1. Ποιες είναι οι ρίζες της νεοελληνικής εθνότητας και πώς σχηματίστηκε;
Αστική άποψη:
Η νεοελληνική εθνότητα αποτελεί συνέχεια από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο έως σήμερα.
Κορδάτος:
α) Στην αρχαιότητα δεν υπήρχε ένα ελληνικό έθνος-κράτος, αλλά πόλεις-κράτη.
β) Δεν υπάρχει καθαρόαιμη ελληνική εθνότητα, αλλά με το πέρασμα των αιώνων αναμειγνύεται με διάφορους λαούς.
γ) Η διάδοση της ελληνικής γλώσσας μετά τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου δε σημαίνει ότι και όσοι τη μιλούν ήταν είναι και Έλληνες.
δ) Υπό τις επιθέσεις του χριστιανισμού ο όρος «Έλλην» πήρε τη σημασία «ειδωλολάτρης» και αργότερα έγινε συνώνυμο του «μη χριστιανός», χωρίς να παίζει ρόλο η καταγωγή του χαρακτηριζόμενου.  Μετά την πτώση της Πόλης επικρατεί το όνομα «Ρωμαίος» και το «Έλλην» ξεχνιέται.
ε) Το Βυζάντιο ήταν η συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ανατολή και αποτελούσε ένα μωσαϊκό λαών.
στ) Η διάδοση της ελληνικής γλώσσας στις διάφορες περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οφείλεται στο ότι τη χρησιμοποίησε ο χριστιανισμός για τη δική του διάδοση.


2. Τί εννοούμε λέγοντας «έθνος»;

Αστική άποψη:
Κοινή γλώσσα, κοινή θρησκεία και κοινή φυλετική καταγωγή.
Κορδάτος:
α) Όλοι οι νεώτεροι λαοί είναι μίγματα, δεν υπάρχει καθαρόαιμος. Για τους αρχαίους έθνος σήμαινε σωρός, μάζεμα, μπουλούκι. Το ελληνικό έθνος σχηματίστηκε από Έλληνες, Ρωμαίους, Ανατολίτες, Σλάβους, Βλάχους, Αρβανίτες…
β) Το έθνος-κράτος αποτελεί ιστορική έννοια, ένα κοινωνικό φαινόμενο που κάποια στιγμή προκύπτει και κάποια στιγμή θα εκλείψει.
γ) Τα εθνικά κράτη εμφανίζονται με την ανάπτυξη του καπιταλισμού.
δ) Η αστική τάξη είναι φορέας του εθνικισμού.

3. Πότε τέθηκε για πρώτη φορά το ζήτημα σχηματισμού ελληνικού κράτους και γιατί δεν καρποφόρησε;
Στα χρόνια μετά τη δημιουργία του Δεσποτάτου του Μιστρά (15ος αι.) ο Γεώργιος Γεμιστός (Πλήθων), ένας λόγιος που διακατεχόταν από αρχαιοπληξία, προπαγάνδιζε τη δημιουργία Ελληνικού Κράτους και παράλληλα ζητούσε κατάργηση των φόρων και των αγγαρειών και νέα νομοθεσία για την ανάπτυξη της βιοτεχνίας και του εμπορίου. Όμως, η ανερχόμενη αστική τάξη που εκπροσωπούσε δεν αναπτυσσόταν επαρκώς και δεν ήταν μαχητική. Άρα, το μετασχηματισμό που επιθυμούσε ο Γεμιστός τον εξαρτούσε από τη βούληση του βυζαντινού αυτοκράτορα και των μεγαλογαιοκτημόνων. Φυσικά, οι μεγαλογαιοκτήμονες και η Εκκλησία είχαν αντίθετη γνώμη και έτσι δεν έγινε τίποτε άλλο. Ο Γεμιστός έριξε ένα σπόρο που δε μπορούσε να φυτρώσει.

4. Πώς αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι της Βαλκανικής την προοπτική της Οθωμανικής κατάκτησής τους;
Οι κάτοικοι της Βαλκανικής υπέφεραν από τους Λατίνους και είχαν την ελπίδα ότι μπορεί η οθωμανική κατάκτηση να είναι λιγότερο καταπιεστική. Αυτές οι ελπίδες διαψεύστηκαν γρήγορα και οι λαοί άρχισαν πάλι να λαχταρούν το ξεσκλάβωμά τους. Έτσι, άρχισαν να αναπτύσσεται ο νεοελληνικός εθνισμός, ο οποίος σε πρώτη φάση εκφράζεται με τη μάσκα του χριστιανισμού.

5. Γιατί αρχικά ο νεοελληνικός εθνισμός έχει παθητικό χαρακτήρα και ποιοι παράγοντες τον μετασχηματίζουν σε μαχητικό;
Αρχικά ο νεοελληνικός εθνισμός αιτείται την απελευθέρωσή του από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία). Η αργή ανάπτυξη της ελληνικής αστικής τάξης στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν μπορεί να καλλιεργήσει ένα μαχητικό εθνισμό.
Όμως, με το πέρασμα των χρόνων τα πράγματα αλλάζουν: α) Στο πλαίσιο των ρωσοτουρκικών πολέμων οι Ρώσοι κινητοποιούν τους υπόδουλους λαούς της Βαλκανικής να ξεσηκωθούν ενάντια στους Οθωμανούς, υπογράφονται συνθήκες που προωθούν το εμπόριο και τη ναυτιλία και στις ελληνικές εμπορικές παροικίες αναπτύσσεται η ιδέα της δημιουργίας μιας ασφαλούς εθνικής εστίας. β) Η Γαλλική Επανάσταση και η προέλαση του Ναπολέοντα δίνουν ώθηση στις μάζες στον αγώνα κατά των φεουδαρχών.
Ως αποτέλεσμα, στα τέλη του 18ου αι. οι φεουδαρχικές σχέσεις της Βαλκανικής υφίστανται σοβαρά πλήγματα τόσο ως προς την οικονομία, όσο και προς την ιδεολογία. Ο Ρήγας και ο Κοραής, αντίθετα από την εποχή του Γεμιστού, ως εκπρόσωποι του νεοελληνικού εθνισμού στηρίζονται σε μια πιο αναπτυγμένη εμπορική αστική τάξη, η οποία είναι πιο μαχητική, και σε λαϊκές μάζες που θέλουν να απελευθερωθούν άμεσα.
Στη φάση αυτή η ελληνική αρχαιότητα αναδεικνύεται ως ένδοξο παρελθόν, και στα Βαλκάνια η ελληνική είναι η γλώσσα των μορφωμένων. Το όνομα «Έλλην» δεν είναι πια υβριστικό και παίρνει τιμητική σημασία, διότι παραπέμπει σε μια αρχαία αλλά ένδοξη εποχή των θαυμαστών «προγόνων». Έτσι, η χριστιανική τους συνείδηση συμβιβάζεται με την αντίληψή τους ότι είναι Έλληνες και η παλιά αντίθεση αμβλύνεται και αναιρείται. Ο χριστιανισμός παίρνει πολιτικό περιεχόμενο.


Κοινωνικές τάξεις
Ο Κορδάτος αναλύει την κοινωνική και ταξική σύνθεση των κοινοτήτων στην ελλαδική περιοχή και εντοπίζει τα εξής στοιχεία:
α) Τούρκοι μεγαλογαιοκτήμονες
β) Έλληνες χριστιανοί τσιφλικάδες (προεστοί-κοτζαμπάσηδες)
γ) Πατριαρχείο και ανώτερος κλήρος Εκκλησίας
δ) Φαναριώτες (16ος αιώνας, αριστοκρατία του πλούτου στην Πόλη): πρόκειται για Έλληνες αστούς που κατοικούσαν στην περιοχή του Φαναρίου γύρω από το Πατριαρχείο και σταδιακά κατέλαβαν θέσεις στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό. Κυρίως εργάζονται ως δραγουμάνοι, δηλαδή ως διερμηνείς και μεταφραστές, που όμως ανέπτυσσαν διπλωματική δραστηριότητα και σταδιακά έπαιζαν σημαντικότατο και καθοριστικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική. Η κοινωνική τους θέση τους έδωσε τη δυνατότητα να διαχειρίζονται και εκκλησιαστικά ζητήματα, όχι μόνο του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και άλλων Πατριαρχείων. Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν από το Σουλτάνο και ως ηγεμόνες στη Μολδοβλαχία.
ε) Νησιώτες έμποροι-καραβοκύρηδες (18ος αιώνας): ασχολούνται κυρίως με το διαμετακομιστικό εμπόριο και τα συμφέροντά τους τους φέρνουν σε αντιπαράθεση με τους τσιφλικάδες και τους Τούρκους. Μετά το 1789 και υπό την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης οι αστοί γίνονται πιο μαχητικοί και η αντιπαράθεση οξύνεται. Σε ορισμένες περιοχές συμμαχούν με τους φτωχούς αγρότες ενάντια στους τσιφλικάδες. Κατά το 19ο αιώνα η αναπτυσσόμενη αστική τάξη προχωρεί σε ίδρυση σχολείων και εκτύπωση βιβλίων που σχετίζονται με το κίνημα του διαφωτισμού, πράγμα που τη φέρνει σε ρήξη με το Πατριαρχείο. Το Πατριαρχείο απέρριπτε και τις νέες ιδέες και ήθελε να ελέγχει τα σχολεία. Έτσι, προκλήθηκαν μεγάλες ταραχές, οι οποίες οδήγησαν και στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα.
στ) Κατώτερος λαός των πόλεων (έως και το 18ο αιώνα): μικροέμποροι και βιοτέχνες (σινάφια), οι οποίοι δεν ήταν πολυπληθείς, δεν είχαν κάποια υπολογίσιμη οικονομική και πολιτική ισχύ και έρχονταν κατά καιρούς σε αντιπαράθεση με τους κοτζαμπάσηδες, όμως, μέχρι τότε, χωρίς κάποια ανατρεπτική προοπτική.
ζ) Κατώτερος λαός της υπαίθρου: αγρότες μικροϊδιοκτήτες (που ήταν υποχρεωμένοι να δίνουν το ένα τρίτο ή και το μισό της σοδειάς τους) και ακτήμονες (κολλήγοι).
– Επίσης, πρέπει να αναφερθεί και άλλη μια κοινωνική ομάδα, η οποία βρίσκεται εκτός ελλαδικού χώρου, αλλά θα παίξει στην πορεία σημαντικό ρόλο:
η) Έλληνες αστοί των παροικιών: έμποροι που μετανάστευσαν σε αστικά κέντρα της δυτικής και ανατολικής Ευρώπης.


Κοινωνική οργάνωση
Στις επαρχίες κυριαρχεί ο θεσμός των κοινοτήτων, ένα αποκεντρωτικό σύστημα. Κάθε μεγάλη περιοχή κυβερνάται από ένα πασά και από αυτόν εξαρτώνται οι μικρότεροι τοπικοί άρχοντες, Τούρκοι μπέηδες και Έλληνες προεστοί (κοτζαμπάσηδες). Οι κοτζαμπάσηδες, όσον αφορά στη θεσμική οργάνωση της κοινότητας, είχαν στα χέρια τους τη φορολογία και τη δικαιοσύνη. Όριζαν για τον κάθε κάτοικο το ποσό που όφειλε να πληρώσει στο επαρχιακό ταμείο και δίκαζαν, ρύθμιζαν διαφορές και επέβαλλαν ποινές. Οι Έλληνες προεστοί και προύχοντες, κατέχοντας ουσιαστικά την πολιτική εξουσία στις περισσότερες επαρχίες και κατέχοντας μεγάλες εκτάσεις γης όπου εργάζονταν με άθλιους όρους οι υπόδουλοι, καταπίεζαν πολύ σκληρά τον ελληνικό αγροτικό πληθυσμό. Αυτό το γεγονός οι Έλληνες ιστορικοί αποφεύγουν να το καταδείξουν, όταν αναφέρονται στα «μαύρα χρόνια της σκλαβιάς», προσπαθώντας να παρουσιάσουν απαλλαγμένους από κάθε ευθύνη τους Έλληνες τσιφλικάδες και να σβήσουν τον αντιδραστικό και προδοτικό τους ρόλο στην υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης. Πρόκειται για συνειδητή παραχάραξη της ιστορίας.

Λίγα λόγια για το ρόλο του Πατριαρχείου και τα προνόμιά του. Ο Μωάμεθ ο Β΄, πέρα από καλός στρατηγός, ήταν και ικανός πολιτικός. Φρόντισε να αναδείξει σε σημαντικές θέσεις εκείνους που τον εξυπηρετούσαν περισσότερο. Διόρισε στη θέση του Πατριάρχη το Γεννάδιο Σχολάριο, διότι ανήκε στους ανθενωτικούς κύκλους της Εκκλησίας. Πριν την πτώση της Πόλης ο Γεννάδιος και οι ανώτεροι κληρικοί που εχθρεύονταν τη Δύση και διαφωνούσαν με την ένωση των Εκκλησιών, δια των κηρυγμάτων τους καλλιεργούσαν τον φιλοτουρκισμό και ήταν εκείνοι που βοήθησαν τους Τούρκους να μπουν στην Πόλη. Για να σταθεροποιήσει τη συμμαχία του, ο Μωάμεθ ο Β΄ παραχώρησε ακόμη μεγαλύτερα προνόμια στο Πατριαρχείο, τον ανώτερο κλήρο και τα μοναστήρια, επέκτεινε την εξουσία τους και διατήρησε στο ακέραιο τις φεουδαρχικές ιδιοκτησίες τους. Έτσι, ένας μικρός αριθμός ανώτερων κληρικών και καλόγερων αντλούσαν υπέρογκα εισοδήματα από τους χιλιάδες σκλαβωμένους αγρότες που καλλιεργούσαν τα απέραντα κτήματά τους. Ακόμη, η Εκκλησία εισέπραττε από κάθε χριστιανό ραγιά και έναν ειδικό φόρο, τη ζητεία. Επιπλέον, το Πατριαρχείο είχε και δικαστικές αρμοδιότητες που σχετίζονταν με το ιδιωτικό δίκαιο. Έτσι, εντός του τουρκικού κράτους υφίσταται υπό τη μορφή της εκκλησιαστικής οργάνωσης και μία παρακυβέρνηση των ραγιάδων, εκπροσωπούμενη από το Πατριαρχείο.

Όλα αυτά εξηγούν και την προδοτική στάση του Πατριαρχείου και του ανώτερου κλήρου στην Επανάσταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, και μάλιστα μετά τα πρώτα χρόνια της ανάπτυξής της, πίεζε πεισματικά για τη μη ανεξαρτησία της ελληνικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο και κυρίως για τη μη κατάργηση των φεουδαρχικών προνομίων (οικονομικών και διοικητικών) του κλήρου.