Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Αφελής Ανθρωπισμός.(ο φασισμός ειναι εδώ)


 του Κωνσταντίνου Πουλή

Ομιλία του Κωνσταντίνου Πουλή στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας αλληλεγγύης «Αγάπη Ρε+» με θέμα τα Κέντρα Κράτησης Μεταναστών-Προσφύγων που λειτουργούν σε όλη την Ελλάδα. Για όσους θέλουν να προσφέρουν αξέχαστες στιγμές στα πρόσωπα που αγαπούν περισσότερο, τα παιδιά τους, η εταιρεία μας προσφέρει μοναδικές λύσεις: τους άπλετους χώρους και το μαγευτικό περιβάλλον, παιδικά μενού, καθώς και μια χαρούμενη ατμόσφαιρα με όμορφους σχηματισμούς μπαλονιών και άλλα εφέ που θα κάνουν τις ιδιαίτερες στιγμές της παιδικής ηλικίας, όπως τη βάπτιση ή τα γενέθλια, μοναδικές. Οι εξωτερικοί χώροι μας είναι πολύ μεγάλοι και μπορούν να φιλοξενήσουν κάθε είδους εξοπλισμό (ειδικά φουσκωτά παιχνίδια, κ.ά.), ενώ ταυτόχρονα δίνουν τη δυνατότητα στα παιδιά να τρέξουν και να παίξουν χωρίς κίνδυνο. Οι άνθρωποί μας θα σας συμβουλεύσουν σχετικά με τη χρήση κάθε είδους διακόσμησης και εφέ που θα μετατρέψουν την εκδήλωση για το παιδί σας σε ένα ξεχωριστό γεγονός. Ταυτόχρονα θα εξασφαλίσουν την παρουσία παιδαγωγών, κλόουν, καραγκιοζοπαίχτη κ.ά.

Αυτό το υπέροχο δείγμα διαφημιστικού λυρισμού το έχω αλιεύσει από την ιστοσελίδα μιας εταιρείας κέιτερινγκ που παράλληλα αναλαμβάνει και τη σίτιση στα κέντρα κράτησης μεταναστών. Θα ήθελα να ξεκινήσω με την εικόνα αυτής της τόσο κραυγαλέας ανισότητας, και να σας ζητήσω να την έχουμε κατά νου καθώς σκεφτόμαστε τι ακριβώς επιθυμούμε και επιδιώκουμε όσο συζητούμε για τους πρόσφυγες και μετανάστες στη χώρα μας.

Πολλοί χαρακτηρίζουν τα κέντρα κράτησης «στρατόπεδα συγκέντρωσης». Πάντοτε, όταν γίνεται αυτό, κάποιος θα επισημάνει (δικαίως και ευλόγως) ότι μια τέτοια αμετροέπεια αποδυναμώνει τη γλώσσα, γιατί δεν μας μένουν μετά λέξεις για να περιγράψουμε το Άουσβιτς. Πράγματι, τα κέντρα κράτησης μεταναστών δεν περιλαμβάνουν κρεματόρια, δεν ισχύει εκεί ο θρυλούμενος χαιρετισμός του λοχαγού των SS που καλωσόριζε τους νεοφερμένους λέγοντας «εδώ που ήρθατε η μόνη έξοδος είναι από την καμινάδα». Έτσι, στην Αμερική από το 2005 ως το 2009 πέθαναν μόνο 100 άτομα σε κέντρα κράτησης μεταναστών, που είναι αμελητέο νούμερο, αν το συγκρίνουμε με το Άουσβιτς. Πέθαναν όμως εκατό άνθρωποι. Ας μου επιτραπεί επίσης να αναφέρω μερικά ακόμη κοινά στοιχεία. Το πρώτο είναι ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν είχαν από την αρχή καμινάδα! Το «Κέντρο Τσιγγάνων» υπήρχε από τα τέλη του 19ου αιώνα, για να εξελιχθεί σε «Κέντρο για την αντιμετώπιση της μάστιγας των τσιγγάνων» στη ναζιστική Γερμανία. Πρώτα ξεκίνησαν οι διακρίσεις ως προς τη νομική τους προστασία, μετά τους έκλεισαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, και στο τέλος τους εξολόθρευσαν.[1] Θέλω να πω ότι εκεί που αρχίζει να μη μετράει ο πόνος και η ζωή του άλλου, δεν ξέρεις ποτέ ως που θα φτάσουμε. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι στο κέντρο κράτησης, όπως ακριβώς και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, βρίσκεται κανείς όχι επειδή κάτι έκανε, αλλά επειδή κάπου ανήκει. Το στοιχείο που ποινικοποιείται είναι η ίδια η ταυτότητα.

Όταν λέμε ότι κανείς κλείνεται σε κέντρο κράτησης, θα ήθελα να πω μερικά στοιχεία. Ο χώρος στον οποίον στοιβάζονται αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να είναι και 1,5m2 ανά κρατούμενο, αντί των 6 που προβλέπονται για τις φυλακές, πράγμα που σημαίνει ότι δεν χωράνε να απλώσουν τα πόδια τους για να κοιμηθούν. Δεν υπάρχει πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, παρότι από πολλές ασθένειες προσβάλλονται εκεί, λόγω των συνθηκών κράτησης. Ο ενδιάμεσος ανάμεσα στον γιατρό και τον κρατούμενο είναι ο φύλακας, αυτός αποφασίζει ποιος θα δει γιατρό και ποιος όχι. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι κάποιος υπέφερε από φρικτό πονόδοντο και για εβδομάδες του αρνούνταν να δει γιατρό, μέχρι που έβγαλε μόνος του το δόντι του και τον πήγαν όταν είδαν τα αίματα. Όσοι κρατούνται σε αστυνομικά τμήματα είναι σε ακόμη χειρότερη μοίρα, μπορεί να περάσουν και δεκαεπτά μήνες χωρίς να έχουν προαυλιστεί! Οι συνθήκες υγιεινής είναι ανεκδιήγητες, μπορεί να κοιμούνται μέσα στα περιττώματά τους, στην Κομοτηνή οι ακαθαρσίες πέφτουν από τον πρώτο όροφο στο ισόγειο. (Εκτενής καταγραφή από τους ΓΧΣ, εδώ) Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, προσθέτουμε και τις κακοποιήσεις και τους ξυλοδαρμούς, όπως στη Λέσβο, όπου οι φρουροί τσάκισαν έναν 17χρονο, ο οποίος μετά άλλαξε γνώμη και είπε ότι δεν το ξυλόκοπησαν, ενώ ο βασικός μάρτυρας απελάθηκε. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, καταλαβαίνει κανείς γιατί οι άνθρωποι αυτοί πηδάνε από την ταράτσα φωνάζοντας «δεν είμαστε εγκληματίες».

Αν λοιπόν επιβάλλουμε τόση οδύνη σε συνανθρώπους μας, αξίζει να αναρωτηθούμε ποιος είναι ο λόγος, με ποιο κριτήριο αποφασίστηκε αυτό. Ξεκινώ από τα λιγότερο σημαντικά. Η εξαγγελία των κέντρων συνοδεύτηκε από υποσχέσεις για την τόνωση της τοπικής οικονομίας. Αυτές αποτυπώνουν και τα παράπονα των εμπορικών επιμελητηρίων σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, που καταγγέλουν ότι οι συμβάσεις σίτισης ήταν φωτογραφικές. Καταλαβαίνει κανείς το βαθύ νόημα της φράσης «ο καθένας με τον πόνο του»: άλλος τον πονόδοντο που τον κάνει να ξεριζώνει το δόντι του, ο άλλος που δεν θα μπορέσει να πουλήσει κανένα σαντουιτσάκι εκεί που βασανίζονται παιδιά.

Το πρώτο επιχείρημα, που αναφέρθηκε και από τον εκπρόσωπο της αστυνομίας, ήταν η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των μεταναστών. Το πόση ακριβώς είναι η εγκληματικότητα των μεταναστών είναι κάτι που το είχαμε κοιτάξει στο TPP στον φάκελο Ο φασισμός στο σαλόνι μας με εκτενή βιβλιογραφική τεκμηρίωση, λοιπόν δεν επιστρέφω σε αυτά. Λέω μόνο ότι για ένα κομμάτι της εγκληματολογικής βιβλιογραφίας οι στατιστικές της αστυνομίας αποτελούν δευτερογενή στοιχεία, μας δείχνουν τι σκέφτεται και πώς δρα η αστυνομία, όχι τι κάνουν οι μετανάστες. Η αστυνομία βρίσκει αυτό που ψάχνει. Χωρίς να επαναλάβω αυτή τη συζήτηση, θα ήθελα να πω ότι σε κάθε περίπτωση ένας άνθρωπος μπορεί να πληρώνει για τις πράξεις του. Δεν μπορεί να φυλακίζεται όμως επειδή ανήκει σε μια πληθυσμιακή ομάδα που η αστυνομία ισχυρίζεται ότι εγκληματεί περισσότερο!

Το δεύτερο επιχείρημα είναι η αποθάρρυνση μελλοντικών ενδιαφερομένων δια του εκφοβισμού, αυτό που αποκαλείται συνθηματικά «τους κάνουμε τον βίο αβίωτο». Αναδιατυπώνω κάπως ωμά αυτό το σκεπτικό: θα έχουμε μισθούς Πακιστάν για να προσελκύουμε τους πλούσιους ξένους, με το επιχείρημα της ανταγωνιστικότητας, και καταπάτηση δικαιωμάτων επιπέδου Αφγανιστάν, για να απωθούμε τους φτωχούς ξένους. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι κάποιος που για να έρθει από το Αφγανιστάν δούλευε ως δούλος των διακινητών για τέσσερις μήνες, μετά πέρασε μόνο με ψωμί και νερό για δέκα μέρες, τον χτυπούσαν με μαστίγιο, (η ιστορία είναι πραγματική) μετά τον είχαν σε ένα σκοτεινό υπόγειο σαράντα μέρες, με την απειλή ότι θα τον σκοτώσουν αν δεν δώσει κι άλλα λεφτά στους διακινητές, θα τον φοβίσουμε. Πώς; Προφανώς με βασανιστήρια και επιθέσεις (Μια συγκέντρωση πηγών: 1, 2, 3 και 4).

Υπάρχει μία ακόμη εξήγηση, πιο τετριμμένη και ανομολόγητη, που είναι πως ο στιγματισμός των μεταναστών ως βασικού εχθρού του ταλαίπωρου εργαζόμενου συμφέρει τα αφεντικά, που κάνουν ανενόχλητα τις δουλειές τους και τρίβουν τα χέρια τους. Η μόνη αδυναμία αυτής της εξήγησης, όπως και κάθε οικονομικής εξήγησης, είναι ότι μας εξηγεί γιατί αυτό συμφέρει την άρχουσα τάξη, αλλά δεν μας εξηγεί γιατί την αποδέχεται ο κόσμος αυτή τη βαρβαρότητα.

Θα προτείνω δύο πιθανές εξηγήσεις. Το κοινό στοιχείο που τις συνδέει είναι η πεποίθηση ότι μας χωρίζουν πραγματικά, υλικά τείχη από τη μοίρα των μεταναστών. Η πρώτη κατηγορία ανθρώπων που ανέχονται αυτή τη βαρβαρότητα είναι πιο καλόπιστη. Θα την ονομάσω «ατενίστας». Ποιο είναι το χαρακτηριστικό της; Δεν την ενοχλεί η ανισότητα, η δυστυχία, ο τρόμος, την ενοχλεί το χνότο του δυστυχισμένου. Οι μετανάστες τούς βρωμάνε. Το ίδιο και οι τοξικομανείς, οι πόρνες ή οι ασθενείς του AIDS. Τι θα γίνουν έχει μικρή σημασία, αρκεί να μην τους βλέπουμε. Ένα καθαρό κέντρο είναι μια ανεκτίμητη αισθητική αξία: οι παλιές γειτονιές, οι βόλτες, τα γιασεμιά, οι θερινοί κινηματογράφοι, ο αρχιτέκτων Πικιώνης, η ομορφιά αυτής της πόλης, που άνοιξε τα σκέλια της σαν πουτάνα να δεχτεί τόσους ξένους, όπως τόλμησε να πει ο Κούνδουρος και δημοσίευσε το Βήμα. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, καλλιτέχνες, φιλότεχνους, παλιούς Αθηναίους κ.λπ. η λύση ενός μαντριού στο οποίο θα στοιβάζονται όλοι αυτοί οι φορείς της ασχήμιας είναι μια λύση κατ’ αρχήν ευπρόσδεκτη.

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που πηγαίνουν ένα βήμα παραπέρα. Δεν προσποιούνται άγνοια, ξέρουν ακριβώς τι συμβαίνει, αλλά αναφωνούν «καλά τους κάνουν!» Αυτοί δεν είναι μόνο οι χρυσαυγίτες. Όταν ο Νίτσε αντιμετώπιζε το ερώτημα γιατί μας αρέσουν οι τραγικές ιστορίες, τι ακριβώς είναι η οικεία ηδονή της τραγωδίας, έλεγε πως η ευχαρίστηση αυτή είναι κατ’ ουσίαν σαδιστική, οφείλεται στη χαρά μας που το κακό βρήκε κάποιον άλλον. Αυτή η εξήγηση φοβάμαι πως ισχύει.

Ο θεμέλιος μύθος του καπιταλισμού είναι η δυνητική κοινωνική κινητικότητα, η ιδέα ότι ο κλητήρας μπορεί να γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ. Επειδή όμως θεωρώ πολύ πιθανότερο να βρεθώ στη φυλακή για χρέη, παρά πρόεδρος των ΗΠΑ, γιατί η μεν εκτόξευση αυτή είναι μύθος ενώ το άνοιγμα της ψαλίδας πραγματικότητα, φρονώ ότι διαθέτουμε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να ξανασκεφτούμε την καταλοιδωρημένη έννοια του ανθρωπισμού. Η κοινή ανθρώπινη μοίρα που μας ενώνει με τους μετανάστες σημαίνει ότι μπορεί κάθε στιγμή να βρεθούμε στη θέση τους, όπως συνέβη με τον σωφρονιστικό υπάλληλο που ισχυρίστηκε ότι βασανίστηκε από αστυνομικούς για να ομολογήσει τον φόνο του Ηλία Καρέλι. Ότι ο κόσμος είναι ρόδα και γυρίζει, είναι ένας πολύ ρεαλιστικός λόγος για να συμμεριζόμαστε τον πόνο του άλλου.

Σκεφτόμουν το σλόγκαν της εκδήλωσης, «να μη γίνει ο κόσμος φυλακή», και αναρωτιόμουν πότε ακριβώς γίνεται ο κόσμος φυλακή. Όταν λέει ο Άμλετ ότι η Δανία είναι μια φυλακή, ο Γκίλντερνστερν απαντά ότι ο κόσμος είναι μια φυλακή για τον Άμλετ εξαιτίας της φιλοδοξίας του, που κάνει τον κόσμο να φαίνεται στενός και μικρός. Ο κόσμος γίνεται φυλακή γιατί δεν μπορεί κανείς να εκπληρώσει τα όνειρά του. Ξεκίνησα μιλώντας για την ανισότητα ανάμεσα στα παιδιά που γιορτάζουν τα γενέθλιά τους με μπαλονάκια και κλόουν, και τα παιδιά που στοιβάζονται στα κολαστήρια της αστυνομίας. Μια που όλοι μάς ζητούν πρακτικές προτάσεις, νά λοιπόν μια πρακτική πρόταση: να μην είμαστε τέτοιοι άνθρωποι, να μην είμαστε αυτοί που γνώριζαν αυτή τη βαρβαρότητα και την επέτρεψαν με τη σιωπή τους.



[1] Οι Σίντι και οι Ρομά υπό το ναζιστικό καθεστώς. Από τη «φυλετική έρευνα» στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, συλλογικό έργο. (Καστανιώτης 1997)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου